Thursday, September 5, 2013

Σοσιαλδημοκρατία: Αποτίμηση και Προοπτικές ενός Υποδείγματος

Ομιλία στο διήμερο Συνέδιο του ΙΣΤΑΜΕ 3-4 Σεπτεμβρίου 2013


Το θέμα αυτού του τραπεζιού είναι “Από την κρίση στην Ανασυγκρότηση” – και οι συνειρμοί αφορούν τόσο το μέλλον αυτής της χώρας όσο και εκείνο του ΠΑΣΟΚ και της κεντροαριστεράς συνολικότερα. Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ακουμπά μόνο τα πρόσωπα και τα σύμβολα – αλλά κατά βάση τη σπονδυλική στήλη ενός κόμματος – τη διακριτότητα της φυσιογνωμίας του και της προγραμματικής του πρότασης.

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι στο ΠΑΣΟΚ είναι έντονος ο προβληματισμός για το πως αυτό γίνεται να καταστήσει το στίγμα του διακριτό ενώ συμμετέχει σε μια κυβέρνηση μαζί με τον παραδοσιακό του πολιτικό αντίπαλο και με δεδομένες τις σκληρές δεσμεύσεις του προγράμματος προσαρμογής.

Αυτή η συζήτηση φέρνει κατα νού – τηρουμένων φυσικά των αναλογιών – τις Αγγλικές εκλογές του 1945.

Το 1940, στο πλαίσιο της προσπάθειας διάσωσης της Μ. Βρετανίας σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό το βαθιά Συντηρητικό Τσώρτσιλ. Αναπληρωτής του ανέλαβε ο ηγέτης των Εργατικών Άτλη, συμβολίζοντας τα εθνικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Τσώρτσιλ δικαιώθηκε σε όλα τα επίπεδα. Λίγους μήνες μετά τη λήξη του πολέμου, ωστόσο, τις εκλογές δεν κέρδισε ο πατέρας της νίκης Τσώρτσιλ αλλά ο Εργατικός Άτλη – και αυτό επειδή το διακύβευμα των εκλογών δεν ήταν το ποιός θα διαχειριστεί τον πόλεμο, αλλά το ποιός θα διαχειριστεί την ειρήνη. Εν τέλει, ήταν η πρόταση των Εργατικών για οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους που απεδείχθη πιο κοντά στις προτιμήσεις των Βρετανών ψηφοφόρων.

Το βασικό μάθημα είναι ότι η πολιτική οφείλει να είναι μια πρόταση για το μέλλον. Φυσικά και το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να επιδιώξει να κάνει το στίγμα του διακριτό μέσα από μια εντονότερη κοινωνική στόχευση, μέσα από την αποτελεσματικότητα των στελεχών του,με: ﷽﷽﷽﷽﷽﷽ο παραδεχτοre than othκσθολογικφεεροhe Deputy PM and his team on which ones they would like us to pursue more than oth μέσα από στοχευμένες παρεμβάσεις, ωστόσο το ακόμα σημαντικότερο είναι το “Μετά”.

Το “Μετά” αυτό για τον κεντροαριστερό χώρο περιπλέκεται. Η Σοσιαλδημοκρατία συνεχίζει να παρακολουθεί την Ευρωπαϊκή κρίση χρέους με ένα μίγμα οργής και αμηχανίας. Παρατηρούμε τη ρητορική των Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία να διαφέρει ελάχιστα από αυτήν της Καγκελαρίου Μέρκελ, ενώ ακόμα και η εκλογή μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης στη Γαλλία δεν άλλαξε απολύτως τίποτα στις ευρωπαϊκές ισορροπίες. 
                                                        
Οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ότι η “παραδοσιακή” Σοσιαλδημοκρατία έχει πια πεθάνει.
                                             
Ο θάνατος αυτός δεν αφορά τους βασικούς σκοπούς του Σοσιαλδημοκρατικού υποδείγματος – την πάταξη των ανισοτήτων και την κοινωνική συνοχή – οι οποίοι είναι αυξανόμενα επίκαιροι, αλλά την κατάρρευση της βιωσιμότητας των μέσων επίτευξης των σκοπών αυτών.

Οι λόγοι για αυτό είναι πολλοί. Ένας πρώτος είναι η δημογραφική κάμψη σε όλο το δυτικό κόσμο. Με μόλις 1,3 παιδιά ανά ζευγάρι στη χώρα μας είναι εξαιρετικά δύσκολο να συντηρήσεις ένα ανεδιανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα χωρίς αντίστοιχες αυξήσεις της παραγωγικότητας.  Ένας δεύτερος λόγος είναι η απορρύθμιση των αγορών κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, η προεκλογική εξαγγελία της κυβέρνησης Ολάντ στη Γαλλία για φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων με συντελεστή 75%, ναυάγησε εν τη γενέσει της. Ωστόσο, μόλις 60 χρόνια πρίν και όχι στην Ευρώπη αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συντηρητική Κυβέρνηση Αιζενχάουερ είχε θεσπίσει συντελεστές της τάξης του 90% στα υψηλότερα εισοδήματα για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό κράτος του Ρούζβελτ και του Νιού Ντήλ.  

Η λήξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου συνέπεσε με την υπέρβαση της μεγάλης ύφεσης. Οι προοδευτικές Κευνσιανές συνταγές σταθεροποίησης της οικονομίας αποφασίστηκαν σε ένα χωριό του Νιου Χαμσάιρ των ΗΠΑ εν ονόματι “Μπρέτον Γούντς”. Μέλος της Ελληνικής αντιπροσωπίας υπήρξε και ένας νεαρός οικονομολόγος με το όνομα Ανδρέας Παπανδρέου. Οι πολιτικές που αποφασίστηκαν εκεί αποτέλεσαν το νέο υπόδειγμα, ακόμα και για τους συντηρητικούς. Το υπόδειγμα αυτό οδήγησε σε περιορισμό της ανισότητας στο σύνολο του δυτικού κόσμου, σε πρωτοφανείς ρυθμούς ανάπτυξης, στη δημιουργία του σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

Ωστόσο από τη δεκαετία του ’70 και μετά, οι προοδευτικές αυτές ιδέες υποχώρησαν, εν μέρει διότι δεν εξελίχθηκαν επαρκώς για να απαντήσουν στα νέα προβλήματα που ανέκυψαν, όπως ο στασιμοπληθωρισμός. Η απορρύθμιση των αγορών και η πάταξη του πληθωρισμού κατά προτεραιότητα σε σχέση με την ανεργία έγιναν το νέο – νεοφιλελεύθερης υφής – δόγμα στην παγκόσμια οικονομία, αυτό το οποίο κόμισαν η Θάτσερ και ο Ρήγκαν. Και έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ότι ενώ στον κόσμο εκείνα τα χρόνια γινόταν μια νεοφιλελεύθερη επέλαση, σε χώρες όπως η Γαλλία με το Μιτεράν ή η Ελλάδα με τον Ανδρέα – θα μπορούσε κανείς να πει στον Ευρωπαϊκό Νότο συνολικότερα - επιχειρήθηκε μια σοσιαλιστική πολιτική κοινωνικής συνοχής – αλλά αυτή ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Μια εξαίρεση που εκδηλώθηκε ειδικά στη χώρα μας επειδή υπήρχε ένα δυσθεώρητο θεσμικό και κοινωνικό χάσμα το οποίο έπρεπε πάσει θυσία να καλυφθεί.
                                                                                                       
Ένα πρόσθετο παράγωγο της νέας ιδεολογικής ηγεμονίας ήταν η ελαχιστοποίηση των διαφοροποιήσεων της δεξιάς από την αριστερά στο οικονομικό επίπεδο. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεταξέλιξη του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία, το οποίο κατά την πρόσφατη διακυβέρνησή του κατοχύρωσε μια φάση σημαντικής ευημερίας και ανάπτυξης αλλά ταυτόχρονα άφησε ως παρακαταθήκη του και μια μεγάλη αύξηση της ανισότητας καθώς και την εμπέδωση του χρηματοοικονομικού τομέα ως βασικού πυλώνα της Βρετανικής οικονομίας.  Η Σοσιαλδημοκρατία πλειοδότησε σε κάποιες κινήσεις της έναντι των συντηρητικών όχι επειδή πρόδοσε τις ιδέες της, αλλά επειδή προσπαθούσε με κάθε διαθέσιμο μέσο να δημιουργεί θετικά μερίσματα και ανάπτυξη, ίσως και εις βάρος της ίδιας της της ταυτότητας.

Πολλοί πίστεψαν ότι η κρίση του 2008 θα έφερνε μια εκ νέου κίνηση του εκκρεμούς προς μια προοδευτική κατεύθυνση. Παρά το γεγονός ότι οι αρχικές κινήσεις, ιδιαίτερα από μεριάς των ΗΠΑ έδειχναν να το επιβεβαιώνουν, στην πορεία οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν. Δεν ήταν τόσο οι ΗΠΑ που τις διέψευσαν, ούτε η Ιαπωνία, όπου μια συντηρητική κυβέρνηση ακολούθησε την προοδευτικότερη νομισματική πολιτική στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Αντίθετα ήταν η διαχείριση της Ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, η οποία, αντί να φέρει στο προσκήνιο μια προοδευτική θεώρηση της αντιμετώπισης κρίσεων και να αποτελέσει ένα ακόμα βήμα Ευρωπαικής ολοκλήρωσης, χαρακτηρίστηκε από ένα μείγμα μονεταρισμού και εθνικισμού – με την έννοια ότι η Γερμανία αντιμετώπισε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει την κρίση μέσα από μια στενή θέαση του εθνικού της συμφέροντος.

Αυτές οι καταγραφές – αντί να οδηγήσουν σε παραίτηση ή σε εύκολες λύσεις - οφείλουν να οριοθετήσουν το ζητούμενο, το οποίο είναι η μετεξέλιξη του εν ευρεία εννοία “προοδευτικού χώρου”, όχι αξιακά αλλά λειτουργικά. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται η διαμόρφωση μιάς νέας πολιτικής πλατφόρμας για τη Σοσιαλδημοκρατία, τόσο εθνικής – και άρα συμβατής με την πολιτική οικονομία και τις κοινωνικές αναφορές της εκάστοτε χώρας - όσο και υπερ-εθνικής, στο βαθμό που κάθε χώρα δύναται να επηρεάσει τους διεθνείς συσχετισμούς.

Το μεγάλο ζήτημα είναι το διεθνές – και η όλη συζήτηση περί Σοσιαλδημοκρατίας σχετίζεται με εκείνη της εθνικής κυριαρχίας και της παγκοσμιοποίησης. Το τελευταίο διάστημα κυκλοφορούν πολλά βιβλία τα οποία αναδεικνύουν ένα διαρκώς αυξανόμενο πρόβλημα – την άνοδο των λεγόμενων «υπερπλουσίων». Δεν μιλάμε πλέον για κοινωνία των 2/3 – μιλάμε για ένα ανώτατο 1% των υπερπλουσίων το οποίο κατέχει τον ίδιο πλούτο με το κατώτατο 40% - και για μια αυξανόμενα συμπιεσμένη μεσαία τάξη.

Είναι πασιφανές ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι βιώσιμη. Αν δε δοθεί απάντηση στην πλήρη κινητικότητα κεφαλαίων με τρόπους που θα πετάξουν σκόνη στα γρανάζια του χρηματοοικονομικού συστήματος, με πρόταξη της πραγματικής οικονομίας έναντι των χρηματοοικονομικών εργαλείων, τότε στην πραγματικότητα θα είναι αυξανόμενα σαφές ότι θα μιλάμε για την ίδια πολιτική με ένα περισσότερο και ένα λιγότερο φιλελεύθερο πρόσωπο σε κοινωνικά θέματα – στις αμβλώσεις, στη θανατική ποινή κλπ. Χρειάζεται μια εκλογικευμένη έκδοση της παγκοσμιοποίησης – ένα νέο «Μπρέτον Γούντς» - και η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να συμμετάσχει σε αυτή τη συζήτηση από μόνη της. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ρόλος του επόμενου Ευρωκοινοβουλίου και της επόμενης Επιτροπής θα είναι κεντρικός – και ότι οφείλουμε να τον αναδείξουμε.
                                                                                                         
Παρ’ όλα αυτά οι διαφορές γίνεται να καταστούν σαφείς και στο υπάρχον πλαίσιο.

Οι διαφορές από τους συντηρητικούς στο κοινωνικό επίπεδο είναι πάντοτε ενεργές – για παράδειγμα στα ανθρώπινα δικαιώματα – και πρέπει να αναδειχτούν εκ νέου.  Επίσης: η ουσιαστική στήριξη του κοινωνικού κράτους (με παρεμβάσεις στοχευμένες στις αναδυόμενες ανισότητες – με δικαιοσύνη ευκαιριών περισσότερο από εξίσωση παροχών), ο εμπλουτισμός της κοινωνίας των πολιτών και του κοινωνικού κεφαλαίου (με προγράμματα αντίστοιχα με αυτά της “Μεγάλης Κοινωνίας” στη Μ.Βρετανία αλλά χωρίς διάθεση υποκατάστασης του κράτους πρόνοιας), η επανεφεύρεση του κράτους (με χρήση των νέων τεχνολογιών και με μείωση της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας – κατά το παράδειγμα των ΚΕΠ και της Διαύγειας στη χώρα μας), η ενεργή κρατική στήριξη της παιδείας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας (με πιο καλό παράδειγμα το Ισραήλ). Όλα αυτά προϋποθέτουν δημοσιονομική υγεία, σταθερό και ορθολογικό φορολογικό σύστημα που θα στηρίζει τον κόσμο της εργασίας και κράτος και θεσμούς που κάνουν σωστά τη δουλειά τους – δηλαδή υπηρετούν τη διαφάνεια, βοηθούν τον ανταγωνισμό, σπάνε τα καρτέλ και γενικότερα λειτουργούν. Και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο επιβράδυνσης της ανάπτυξης στη Δύση και αποδυνάμωσης των κρατικών  ιεραρχιών.

Μια ακόμα παρατήρηση: Τα κόμματα πέρα από τις ιδέες – τον προγραμματικό λόγο - αφορούν και τις πρακτικές. Χρειάζεται και αλλαγή πρακτικών. Υπάρχουν καλά παραδείγματα για το ΠΑΣΟΚ μέσα στην ίδια του τη μήτρα. Για παράδειγμα: έχει μεγάλη διαφορά να μιλάς διαρκώς για μεταρρυθμίσεις και να τις υιοθετείς ως βασική σου πολιτική ταυτότητα – και μεγάλη διαφορά να πραγματοποιείς μεταρρυθμίσεις όπως ο Αναστάσιος Πεπονής ή ο Σταύρος Μπένος που ακούσαμε χθές οι οποίοι χωρίς να διεκδικήσουν «μεταρρυθμιστικό μανδύα», άφησαν πίσω τους μεγάλο μεταρρυθμιστικό έργο – και σε μια εποχή χωρίς εξωτερική πίεση. Η στάση τους οφείλει να αποτελεί μάθημα για όλους μας.
                                                               
Κλείνοντας: όπως είδαμε χθές, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ασχολείται με αυτό το συνέδριο. Μπορεί πολλά σχόλια να μην είναι καλά – αλλά απότυπώνουν ότι ο χώρος αυτός δεν καταγράφεται στο 12% - είναι κάτι το πολύ μεγαλύτερο ακόμα και σήμερα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι παρά τη μεγάλη σημασία και την καινοτομία αυτού του συνεδρίου, το πραγματικό ζήτημα για το χώρο της κεντροαριστεράς είναι το να μπορέσει να εκφράσει εκ νέου την κοινωνική του βάση, μια κοινωνική βάση που άλλαξε πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια και που θα πρέπει να την επανεφεύρουμε.

Με δεδομένο το πλαίσιο το οποίο περιέγραψα και που οι περισσότεροι γνωρίζετε, ίσως αυτό να φαντάζει δύσκολο, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον – μπορεί πολλοί να μην είστε αισιόδοξοι. Όμως, ο Γκράμσι είχε γράψει ότι είναι απαισιόδοξος λόγω νόησης και αισόδοξος λόγω θέλησης. Η υπέρβαση είναι εφικτή, αρκεί να γίνουν οι σωστές κινήσεις, ενταγμένες στο κατάλληλο πλαίσιο, αρκεί να γίνουν άλματα μεγαλύτερα από τη φθορά.

No comments:

Post a Comment