Sunday, September 16, 2012

Μοντέλα Κρίσης και Ηγεσίας

Το Books Journal που κυκλοφορεί αυτό το μήνα στα περίπτερα φιλοξενεί ένα κείμενό μου με αφορμή τον τελευταίο τόμο της μακροσκελούς βιογραφίας του Λυντον Τζόνσον από το Ρόμπερτ Κάρο. Το αναρτώ εδώ, αλλά προτρέπω τον αναγνώστη να αγοράσει και το περιοδικό, το οποίο αποτελεί την καλύτερη έκδοση στα ελληνικά γράμματα πάνω στο δοκίμιο, την πολιτική και τη λογότεχνια.




Robert Α. Caro, The Years of Lyndon Johnson, Volume 4: The Passage of Power, Knopf, 2012, 736 σελ.

Ο Λύντον Τζόνσον δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικό πρόσωπο για αναγνώστες ιστορικών μονογραφιών. Αντιπρόεδρος του Τζον Κέννεντυ, βρέθηκε πρόεδρος ξαφνικά, και ορκίστηκε λίγο μετά τη δολοφονία του προκατόχου του στο Ντάλλας. Η θητεία του σημαδεύτηκε από τα γεγονότα του Βιετνάμ. Αλλά, στο εσωτερικό μέτωπο, αποδείχθηκε ικανότατος και χρήσιμος μεταρρυθμιστής. Λεπτομέρειες σε ένα πολύ ακριβές στην έρευνά του βιβλίο για τη χθαμαλότητα της πολιτικής και για τις προϋποθέσεις άσκησης της ηγεσίας με αποτελεσματικό  τρόπο…







Μια από τις πιο όμορφες αναμνήσεις της περιόδου που υπήρξα μεταπτυχιακός σπουδαστής στη Βοστώνη δεν ήταν άλλη από το να περιπλανιέμαι στα διάφορα βιβλιοπωλεία –όπως το Coop ή το Harvard Book Store– με ένα χάρτινο ποτήρι καφέ στο χέρι, ξεφυλλίζοντας τους εκατοντάδες τόμους βιβλίων και περιοδικών που θα μπορούσαν να πέσουν στα χέρια μου.
Ταυτόχρονα, είχα την τύχη να βρίσκομαι εκεί ακριβώς κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2008. Ενώ όλοι σήμερα γνωρίζουμε το αποτέλεσμά τους, συχνά ξεχνάμε ότι αυτό συνιστούσε μια ιστορική έκπληξη. Στις αρχές του 2008, το τότε αδιαφιλονίκητο φαβορί για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος, η Χίλαρι Κλίντον, έδειχνε να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το αναδυόμενο άστρο ενός σχετικά άσημου γερουσιαστή από το Ιλινόις, του Μπαράκ Ομπάμα. Οι παραλληλισμοί του Μπαράκ Ομπάμα με τον πλέον χαρισματικό σύγχρονο πρόεδρο των ΗΠΑ –τον Τζον Φ. Κέννεντυ– κυριαρχούσαν στον πολιτικό σχολιασμό. Τις δυο φιγούρες συνέδεαν, πράγματι, κοινά γνωρίσματα: και οι δυο ήσαν νέοι, χαρισματικοί, εύγλωττοι, εκκινούσαν από το θώκο του γερουσιαστή με μια μόλις θητεία στο ενεργητικό τους ενώ τους συνέδεαν και κάποιες βασικές «πρωτιές»: ο Κέννεντυ ήταν ο πρώτος καθολικός πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, ενώ ο Ομπάμα, εφ’ όσον κέρδιζε, θα γινόταν ο πρώτος μη λευκός ένοικος του Λευκού Οίκου. 
Στην προσπάθειά της να ανακάμψει κατά τη διάρκεια των προκριματικών, η Χίλαρι Κλίντον προέβη σε πολλά επικοινωνιακά και πολιτικά τεχνάσματα – ανάμεσα στα οποία ξεχωριστή θέση κατείχε και ένας ιστορικός παραλληλισμός: αναγνωρίζοντας ότι, πολλοί, στο πρόσωπο του Ομπάμα, αναγνώριζαν έναν νέο Κέννεντυ, η ίδια, αντί να επιδιώξει να αποδομήσει την αναλογία, προσπάθησε αντίθετα να την «απονευρώσει». Το κεντρικό της επιχείρημα συνίστατο στο ότι δεν ήταν ο ιδεαλιστής Κέννεντυ ή ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τα πρόσωπα που επισφράγισαν τα μεγάλα νομοσχέδια για το κράτος πρόνοιας και τα ατομικά δικαιώματα, αλλά ο βαθιά πραγματιστής και πολύ λιγότερο συμπαθής διάδοχος του Κέννεντυ – ο Λύντον Μπέινς Τζόνσον.
Η βασική εικόνα με την οποία είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου ο Τζόνσον ήταν η φωτογραφία της ορκωμοσίας του στο αεροπλάνο το οποίο μετέφερε το φέρετρο, καθώς και το σύνολο της συνοδείας του δολοφονηθέντος προέδρου Κέννεντυ στην αμερικανική πρωτεύουσα από το Ντάλλας του Τέξας, στις 22 Νοεμβρίου 1963.  Όπως κοιτάζουμε τη  φωτογραφία, ακριβώς στα δεξιά του Τζόνσον, ο οποίος δίνει τον όρκο ενώπιον μιας δικαστή, χαρακτηριστική είναι η φιγούρα της Τζάκυ Κέννεντυ, με το λερωμένο από το αίμα του νεκρού συζύγου της φόρεμα – μια εικόνα η οποία, ακόμη και δεκαετίες μετά, συνεχίζει να στοιχειώνει το συλλογικό υποσυνείδητο της αμερικανικής κοινωνίας. Πέρα από αυτή την εικόνα, στην πραγματικότητα γνώριζα λίγα για τον Λύντον Μπέινς Τζόνσον. Θυμόμουν αμυδρά ότι το όνομά του είχε συνδεθεί με την αμερικανική αποτυχία στο Βιετνάμ – καθώς και το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό σύνθημα της αμερικανικής νεολαίας εναντίον του εκείνη την περίοδο: «hey hey LBJhow many children did you kill today?» (Λύντον Μπέινς Τζόνσον, πόσα παιδιά σκότωσες σήμερα;), το οποίο ζωγράφιζε το πρόσωπο του με τα πλέον μελανά των χρωμάτων. 
Το γεγονός ότι μια σύγχρονη πολιτική προσωπικότητα,, όπως η Κλίντον, επιθυμούσε να ταυτιστεί με μια αμφιλεγόμενη ιστορική προσωπικότητα, όπως ο Τζόνσον, προκάλεσε ανάμεικτα σχόλια στον αμερικανικό Τύπο – και σε εμένα μια αναπόφευκτη φυσική περιέργεια, κάτι που με οδήγησε να σπεύσω να αναζητήσω μια καλή βιογραφία του.                         
Το πλέον πολυσυζητημένο βιβλίο εκείνης της εποχής –ειδικά αφού ο Ομπάμα δήλωσε ότι βρισκόταν στο κομοδίνο του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας– ήταν το Team of Rivals, της Ντόρις Κιρνς Γκούντγουιν, το οποίο έριχνε φως στο πώς ο Λίνκολν, για πολλούς ο σπουδαιότερος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, είχε καταφέρει να δομήσει ένα συνεκτικό υπουργικό συμβούλιο, με τη συμμετοχή των βασικότερων εσωκομματικών του αντιπάλων – μετατρέποντας τους χθεσινούς του «εχθρούς» σε  αυριανούς «φίλους».  Η Γκούντγουιν, ωστόσο, είχε υπογράψει και μια από τις πλέον γνωστές βιογραφίες για τον Λύντον Τζόνσον. Ένας από τους αγαπημένους μου καθηγητές έτυχε να συμπέσει στο βιβλιοπωλείο μαζί μου και βλέποντας ότι κρατούσα τον τόμο τής –κατά τα άλλα κορυφαίας αμερικανίδας βιογράφου– Γκούντγουιν, μου είπε: «γνωρίζεις το έργο του Ρόμπερτ Κάρο, σωστά;» Αγνοούσα, βεβαίως, όχι μόνο το έργο αλλά και το όνομα του Κάρο. Θυμάμαι, ωστόσο, την απόκριση του καθηγητή μου στην εκδήλωση της άγνοιάς μου: «είναι ο Τολστόι της βιογραφίας. Μη διανοηθείς να μην αγοράσεις τα βιβλία του – έχει ήδη γράψει τρία για τον Τζόνσον και έρχεται το τέταρτο. Δεν έχει γράψει ποτέ κανείς κάτι παρόμοιο».
Ομολογώ το ότι η ιδέα να διαβάσω μερικές χιλιάδες σελίδες πάνω στη ζωή ενός –όχι και τόσο δημοφιλούς– προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έμοιαζε και η πλέον ουσιαστική επένδυση κόπου και χρόνου από μεριάς μου. Αναζητώντας τα βιβλία του Κάρο, συνάντησα τέσσερις τόμους αξιοσημείωτου όγκου, με θεματικές που, τουλάχιστον αρχικά, δεν προέκυπταν ως και οι πλέον θελκτικές. Το πρώτο βιβλίο ήταν η βιογραφία του Ρόμπερτ Μόουζις, μιας φιγούρας η οποία είχε κυριαρχήσει στο χώρο των δημοσίων έργων και της χωροταξίας στη Νέα Υόρκη μέχρι το 1960, ενώ τα υπόλοιπα τρία έριχναν φως σε διαφορετικά διαστήματα της ζωής του Λύντον Τζόνσον, χωρίς ωστόσο μέχρι τότε ο Κάρο να έχει ολοκληρώσει το έργο, χωρίς δηλαδή να έχει ακόμα προσεγγίσει το ζήτημα της μετάβασής του στην προεδρία και της διακυβέρνησής του. Παρ’ όλα αυτά, μου έκανε εντύπωση το πόσο διθυραμβικά ήταν τα σχόλια της κριτικής, ενώ και τα τέσσερα βιβλία είχαν κάνει πολύ σημαντικές πωλήσεις, έχοντας κερδίσει κάθε πιθανό βραβείο. Αγόρασα το πιο πρόσφατο από τα βιβλία που ήταν τότε διαθέσιμα, με τίτλο The Master of the Senate, αλλά δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να το διαβάσω, παρέμεινε έτσι σε κάποιο από τα ράφια της βιβλιοθήκης μου.

Μέχρι σήμερα.




«ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΗΓΕΣΙΑ»

Τα χρόνια πέρασαν, η εμπειρία της Αμερικής ολοκληρώθηκε και η επιστροφή στην Ελλάδα και στην Ευρώπη της κρίσης έστρεψε το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον μακρία από αμερικανούς προέδρους, πιο πολύ προς όσα ξεκίνησαν να απασχολούν τους περισσότερους εξ ημών: τα προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, τις νομισματικές ενώσεις, την ιστορία των ελληνικών κρίσεων. Οι οικονομολόγοι άρχισαν να δεσπόζουν στη δημόσια σφαίρα και να αποδίδουν, παρά τις διαφωνίες τους, το σύνολο σχεδόν των οικονομικών αδιεξόδων σε προβληματικά σχεδιασμένες πολιτικές. Στην Ελλάδα, η διαχωριστική γραμμή ετέθη σε σχέση με το αποκαλούμενο μνημόνιο – στη βάση του τρία προγράμματα σε ένα: ένα μεταρρυθμιστικό, ένα τραπεζικό και ένα δημοσιονομικό. Και ενώ, πλέον, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι το δημοσιονομικό πρόγραμμα ήταν ελλειμματικό εν τη γενέσει του, θα μπορούσε κανείς εξ ίσου πειστικά να ισχυριστεί ότι ενώ τα προγράμματα περικοπών πέρασαν όλα με μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία από το Κοινοβούλιο, το μεγαλύτερο μέρος του μεταρρυθμιστικού προγράμματος είτε συνάντησε δραματικές καθυστερήσεις είτε δεν εφαρμόστηκε ποτέ, παρά το ότι είχε νωρίτερα ψηφιστεί.
Η αποτυχία αυτή είναι, βεβαίως, πανθομολογούμενο έλλειμμα ηγεσίας. Έστω κι αν για τους περισσότερους το έλλειμμα ηγεσίας ήταν άμεσα αποτυπώσιμο όχι μόνο στην εφαρμογή του μνημονίου, αλλά και στον προβληματικό δημοσιονομικό χαρακτήρα του και, κυρίως, στο ότι χρειαστήκαμε εξ αρχής ένα κάποιο μνημόνιο για να επιβιώσει η χώρα (ή, έστω, για να διατηρηθεί σε αυτό τον ιδιότυπο δημοσιονομικό «αναπνευστήρα»).
Το ζήτημα της ηγεσίας ετέθη ετεροχρονισμένα στον επικεντρωμένο στην οικονομία δημόσιο διάλογο. Παρ’ όλα αυτά, συχνά στις συζητήσεις άκουγες φράσεις του τύπου: «αν ζούσε ο Ανδρέας τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί» ή «μόνο ο Καραμανλής του ’74 θα μπορούσε να είχε διαχειριστεί το πρόβλημα». Κάποιοι μάλιστα απαξίωσαν συλλήβδην τη Μεταπολίτευση είτε στρεφόμενοι στα πολιτικά άκρα είτε αναμένοντας κάποιον «τεχνοκράτη» ή «μη-πολιτικό» να δώσει λύση σε ένα αμιγώς πολιτικό πρόβλημα.
Η αναζήτηση ηγεσίας οδήγησε στη συγκυβέρνηση υπό τον Λουκά Παπαδήμο, οδήγησε και στις πρόσφατες εκλογές, οι οποίες κατά πολλούς μοιάζει να επιβεβαίωσαν το διάσημο ρητό του Γκράμσι – όταν το παλιό έχει πεθάνει και το καινούργιο δεν είναι έτοιμο να γεννηθεί, ζούμε στην εποχή των τεράτων. Επί της ουσίας, ο δημόσιος διάλογος έχει πλέον μετατοπιστεί, ακόμα και σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Οι Έλληνες, στην πλειονότητά τους, δεν πιστεύουν ότι τη διέξοδο θα δώσει το πρόγραμμα που ακολουθείται. Αυτό το δεδομένο, υπονομεύει εκ των πραγμάτων την απαρέγκλιτη εφαρμογή του από την κυβέρνηση, προϋπόθεση που θέτουν οι εταίροι μας για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα. Ότι το πρόβλημα διαρκώς παρατείνεται, αποτυπώνει τις αδυναμίες του οικονομικού προγράμματος, αλλά και την έλλειψη ηγεσίας η οποία θα μπορέσει να περιγράψει τη λύση, να απαλείψει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, να πείσει την κοινωνία ότι την εκπροσωπεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να επιβάλει τη βούλησή της, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τους νόμους.



Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΥΞΙΔΑ
Με την πάροδο του χρόνου, άρα, γινόταν ολοένα και πιο σαφές ότι εκτός από το να εμβαθύνει κανείς στις λειτουργίες των διεθνών χρηματαγορών και της νομισματικής πολιτικής, ήταν εξίσου, αν όχι περισσότερο χρήσιμο να μελετήσει την ιστορία προσωπικοτήτων οι οποίες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα αντίστοιχου βεληνεκούς με τα σημερινά, και το έκαναν με επιτυχία.
Mια παρατήρηση είναι ότι οι αμερικανικές σχολές ηγεσίας χρησιμοποιούν ως βασικά μαθήματα διαχείρισης κρίσεων είτε τους χειρισμούς του Κέννεντυ στην πυραυλική κρίση της Κούβας τον Οκτώβριο του 1962, είτε μοντέλα όπως ο διαμορφωθείς εσωτερικός σχεδιασμός της NASA στο συμβάν με το διαστημόπλοιο Απόλλων 13 το 1970, όπου ο εν λόγω οργανισμός εκλήθη, μέσα από μια συλλογική προσπάθεια των στελεχών του, να δώσει άμεση και εφικτή τεχνική λύση ώστε να διασφαλιστεί η επιστροφή του πληρώματος πίσω στη Γη. Ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από τις δυο αυτές περιπτώσεις είναι η αντίληψη της διαχείρισης κρίσεων ως μια το πολύ ολιγοήμερη διαδικασία (η πυραυλική κρίση της Κούβας διάρκεσε 13 ημέρες, η κρίση του Απόλλωνα 13 μόλις επτά). Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, το πιο δύσκολο συστατικό της διαχείρισης κρίσεων είναι η πίεση για άμεσες λύσεις υπό ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, λύσεις οι οποίες μπορεί να έχουν υπαρξιακές επιπτώσεις.
Οι κρίσεις, ωστόσο, είναι συχνά παρατεταμένες διαδικασίες. Σε πολλές περιπτώσεις, βυθιζόμαστε σε αυτές με τη νωχελικότητα ενός βατράχου μέσα στο νερό, όπου η θερμοκρασία αυξάνεται αργά αλλά σταθερά. Το πλέον κλασικό παράδειγμα είναι το Κραχ του 1929 στις ΗΠΑ, το οποίο η τεχνοκρατική φυσιογνωμία του –μηχανικού και επιτυχημένου επιχειρηματία– προέδρου Χέρμπερτ Χούβερ απεδείχθη πλήρως ανεπαρκής για να διαχειριστεί. Αντίθετα, ήταν η πολιτική μορφή του κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Φραγκλίνου Ντελάνο Ρούζβελτ που έμελλε να σφραγίσει την οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ, καθώς με την ανέλιξή του στον προεδρικό θώκο, το Μάρτιο του 1933, ουσιαστικά άρχισε να αντιμετωπίζεται η μεγάλη ύφεση, με μέσα τα οποία τότε πολλοί έκριναν ανορθόδοξα. Εισάγοντας για πρώτη φορά την έννοια των πρώτων 100 ημερών της διακυβέρνησης, ο Ρούζβελτ, με μια μαγευτική ομιλία κατά την ορκωμοσία του («το μόνο που έχουμε να φοβηθούμε είναι η ίδιος ο φόβος») και με σειρά αποφασιστικών κινήσεων, όπως η κήρυξη άμεσης εβδομαδιαίας αργίας για τις τράπεζες και η έξοδος της Αμερικής από τον νομισματικό κανόνα του χρυσού (άρα η υποτίμηση του δολαρίου), γέμισε την αμερικανική κοινωνία αισιοδοξία και της ενέπνευσε τη σιγουριά της αποφασιστικότητάς του. Μέσα σε 100 ημέρες, ο Ρούζβελτ είχε κατορθώσει να περάσει 15 σημαντικά νομοσχέδια από το Κονγκρέσο. Τα νομοσχέδια αυτά αποτέλεσαν τη «μαγιά» της οικονομικής του πολιτικής για τα επόμενα χρόνια, έως ότου οι ΗΠΑ μπήκαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στις 8 Δεκεμβρίου 1941, όπου και άρχισαν να ξεπερνιούνται τελεσίδικα τα οικονομικά τους αδιέξοδα.    
Με αυτό το «υπόδειγμα» κατά νου ξεκίνησα να μελετώ τη βιογραφία του Ρούζβελτ (το FDR του Τζην Έντουαρντ Σμιθ θα άξιζε από μόνο του ένα δοκίμιο), καθώς και έργα πάνω στη ζωή του Λένιν και του Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, του Ντε Γκωλ και του Μιττεράν, της Θάτσερ και του Μπλαιρ, του Κλίντον και του Ρέηγκαν. Όσο διαφορετικές και αν ήταν οι εν λόγω προσωπικότητες και οι πολιτικές τους αφετηρίες (και όσο μεγάλο και αν ήταν το υπαρξιακό χάσμα που με χώριζε από πολλές από αυτές), υπήρχε ένα κοινό γνώρισμα που τις συνέδεε: η διάθεση να πράξουν, να σηκώσουν τα μανίκια και να δοκιμάσουν λύσεις, χωρίς να φοβηθούν να λερώσουν τα χέρια τους. Το οριζόντιο συμπέρασμα μπορεί να φαντάζει απλουστευτικό αλλά η ισχύς του είναι καθολική: ο ηγέτης που διστάζει, δεν επιβιώνει.




ΤΟΛΣΤΟΪ ΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Λίγες μόλις ημέρες έπειτα από τις τελευταίες ελληνικές εκλογές, άρχισαν να δημοσιεύονται εκτενή αφιερώματα στον διεθνή Τύπο πάνω στον Ρόμπερτ Κάρο – στη μέθοδό του και στην προσωπικότητά του. Αφορμή ήταν η έκδοση του τέταρτου τόμου της βιογραφίας του Λύντον Τζόνσον, The Passage of Power, που καλύπτει την περίοδο 1958-64 – τα χρόνια, δηλαδή, όπου ο πανίσχυρος ηγέτης της πλειοψηφίας στην αμερικανική γερουσία Τζόνσον επιδιώκει να λάβει το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές του 1960, χάνει, επιλέγεται ως αντιπρόεδρος από τον Τζον Φ. Κέννεντυ και ορκίζεται πρόεδρος στις 22 Νοεμβρίου 1963, έπειτα από τη δολοφονία του προκατόχου του. Τα αφιερώματα κατέληγαν όλα στην ίδια εκτίμηση – ότι το έργο του Κάρο θα  συνεχίσει να τυπώνεται στο μακρινό μέλλον. Ενθυμούμενος και τον καθηγητή μου στη Βοστώνη έσπευσα να παραγγείλω ένα αντίτυπο.
Ο Ρόμπερτ Κάρο γεννήθηκε το 1935 και μεγάλωσε στην 94η οδό, στο βορειοδυτικό Μανχάτταν, σε μια ήσυχη εβραϊκή οικογένεια της Νέας Υόρκης. Ξεκίνησε να γράφει από πολύ νεαρή ηλικία, με έφεση στα μακροσκελή κείμενα. Το αποκορύφωμα ήταν η πτυχιακή εργασία του στο Πρίνστον –για τον υπαρξισμό στο έργο του Χέμινγουεη–, η οποία ήταν τόσο εκτεταμένη ώστε το τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου αναγκάστηκε να ορίσει ανώτατο μέγεθος πτυχιακής εργασίας από το αμέσως επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Στο Πρίνστον, ο Κάρο γνώρισε τη σύζηγό του Ίνα, η οποία θα γινόταν και η μόνη βοηθός του ερευνήτρια, με συγκλονιστικό βαθμό αφοσίωσης στο έργο του. Για να μπορέσουν να παντρευτούν, ο Κάρο χρειαζόταν μια δουλειά, ξεκίνησε να εργάζεται κατά συνέπεια σε περιφερειακές εφημερίδες της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσι ως ρεπόρτερ-ερευνητής.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Κάρο ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τη δυναμική της εξουσίας. Η εφημερίδα του τον είχε στείλει να εξετάσει ένα πλάνο του επικεφαλής των πολεοδομικών υπηρεσιών της Νέας Υόρκης, Ρόμπερτ Μόουζις, που προέβλεπε την οικοδόμηση μιας γέφυρας στο Λονγκ Άιλαντ. Το πλάνο έκρυβε πολλά προβλήματα, τα οποία ξεκινούσαν από την ίδια την επιλογή της τοποθεσίας της γέφυρας. Ο Κάρο έγραψε σειρά άρθρων με στόχο να αποκαλύψει το πρόβλημα – είχε μάλιστα την αίσθηση ότι το κοινό, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνήτη της πολιτείας Νέλσον Ροκφέλερ, είχε πειστεί. Παρ’ όλα αυτά, η Βουλή της Νέας Υόρκης αποφάσισε να γίνει το έργο με ψήφους 138 υπέρ και μόλις 4 κατά. Ο Κάρο συνειδητοποίησε ότι εν αντιθέσει με την πεποίθηση ότι σε μια δημοκρατία η δύναμη απορρέει πάντοτε από την κάλπη, ένας δημόσιος λειτουργός, ο οποίος δεν είχε εκλεγεί ποτέ σε καμία θέση, είχε αρκετή δύναμη για να ελέγχει ολόκληρη πολιτεία, χωρίς κανείς να έχει πραγματικά ιδέα πώς την απέκτησε. 
Αργότερα, όταν ο Κάρο ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα πολεοδομίας και αστικής ανάπτυξης στο Χάρβαρντ, στο πλαίσιο μιας υποτροφίας, συνειδητοποίησε ότι πολλά από τα μοντέλα τα οποία ανέπτυσσε ο καθηγητής του ήταν, στην πραγματικότητα, ελλιπή, αν όχι πλήρως λανθασμένα.  Με άλλα λόγια, συνειδητοποίησε ότι «ένας αυτοκινητόδρομος χτιζόταν επειδή ο Ρόμπερτ Μόουζις τον ήθελε να χτιστεί στο συγκεκριμένο σημείο». Έλειπε, μόνο, μια επεξήγηση, μια θεωρία, για το πώς ο Μόουζις αντλούσε τη δύναμή του.
Ο Μόουζις άφησε περισσότερο από κάθε άλλον τη σφραγίδα του στη Νέα Υόρκη τον 20ό αιώνα. Ως επικεφαλής διάφορων πολεοδομικών υπηρεσιών της πολιτείας, υπηρέτησε έξι κυβερνήτες και πέντε δημάρχους από το 1924 έως και το 1968. Και παρ’ ότι η εξουσία του διαρκώς ενισχυόταν, ο ίδιος ζούσε σε  καθεστώς μερικής ανωνυμίας, αποφεύγοντας με μαεστρία τα ΜΜΕ. Ο Κάρο διαπίστωσε ότι, παρά την τρομακτική επιρροή του Μόουζις, καμία βιογραφία του δεν είχε ποτέ κυκλοφορήσει – και έσπευσε ο ίδιος να καλύψει το κενό, στην προσπάθειά του να εξηγήσει από πού ο Μόουζις αντλούσε τη δύναμή του και με ποιον τρόπο επέλεγε να τη χρησιμοποιήσει. Αρχικά, είχε προγραμματίσει η βιογραφία να είναι έτοιμη σε εννέα μήνες. Εν τέλει, το έργο ολοκληρώθηκε σε επτά χρόνια και εμπεριείχε εκατοντάδες συνεντεύξεις, καθώς και εκτεταμένη αρχειακή έρευνα. Ο Μοόυζις έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να μην μπορέσει ο Κάρο να ολοκληρώσει το έργο του– το είχε επιτύχει με άλλους επίδοξους βιογράφους στο παρελθόν– αλλά μόλις αντιληφθηκε ότι ο Κάρο θα συνέχιζε σε κάθε περίπτωση, επέλεξε να του παραχωρήσει επτά συνεντεύξεις. Το 1.200 σελίδων βιβλίο, το πρώτο του Κάρο, πήρε το βραβείο Πούλιτζερ – και συνεχίζει να διδάσκεται ακόμη σήμερα, 38 χρόνια μετά, σε σχολές μηχανικών, δημοσιογραφίας και διακυβέρνησης.
Η μεγάλη επιτυχία του Κάρο, από το πρώτο του κιόλας έργο, κατοχύρωσε ότι δεν θα επέστρεφε ξανά –ή έστω άμεσα– στο δημοσιογραφικό μεροκάματο. Ψάχνοντας για ένα θέμα ευρύτερης, και όχι τοπικής εμβέλειας, επέλεξε να ασχοληθεί με τον Λύντον Τζόνσον, ο οποίος είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν, το 1973…  Και τον προσέγγισε με τη δική του μέθοδο – τη μέθοδο Κάρο. σκεται ﷽﷽﷽ αυτά και το βραβείο Πο Sunday Times"arch ζower
khauser, t instances surpass the 100% level and reach 120%. etax hikes
                                     

                                                           
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΗΓΕΣΙΑΣ
Η μέθοδος Κάρο περιλαμβάνει σκληρή πειθαρχία και προσήλωση. Κάθε βιβλίο του παίρνει κατά μέσο όρο 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί – η βιογραφία του Λύντον Τζόνσον, δηλαδή, χρειάστηκε περισσότερα χρόνια να γραφτεί από όσα χρόνια εκείνος είχε ζήσει. Δεν είναι, βέβαια, το γράψιμο η χρονοβόρα διαδικασία για τον Κάρο – τον περισσότερο χρόνο τον παίρνουν η επιμέλεια και οι διορθώσεις, που χρειάζονται πολλή έρευνα, καθώς ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί υπολογιστή, άρα ούτε και το διαδίκτυο.
Πώς γράφει ο Κάρο; Πρώτα γράφει το βιβλίο τέσσερις ή και πέντε φορές, κάθε φορά σαν να επρόκειτο για την πλήρη, την τελική έκδοση. Στη συνέχεια το δακτυλογραφεί σε μια παλιά γραφομηχανή Smith Corona Electra 210 – ξανά και ξανά. Η ερευνητική του μέθοδος θεωρείται το ίδιο, αν όχι περισσότερο, εξαντλητική. Κάποτε πέρασε αρκετές νύχτες μονάχος σε έναν υπνόσακο στην περιοχή Hill Country του Τέξας, από όπου καταγόταν ο Τζόνσον, με σκοπό να καταλάβει όσο πιο καλά μπορούσε πώς είναι να μεγαλώνει κανείς σε μια τόσο απομονωμένη αγροτική περιοχή. Για τη βιογραφία του Τζόνσον έχει πραγματοποιήσει χιλιάδες συνεντεύξεις, πολλές από αυτές με φίλους και συνεργάτες του πρώην προέδρου, συμπεριλαμβανομένης και της συζύγου του. Επίσης, έχει περάσει χρόνια στην προεδρική βιβλιοθήκη του Τζόνσον στο Τέξας, μάλιστα πολλά από τα αρχεία που βρίσκονται εκεί αποθηκευμένα είναι ο πρώτος που τα προσπέλασε.
Πάντως, οι υποστηρικτικές πληροφορίες που φτιάχνουν, με υψηλή ακρίβεια, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, κοινωνική και πολιτική, την εποχής, δεν αποσπούν τον Κάρο από τον αρχικό στόχο του. The Years of Lyndon Johnson είναι, πρωτίστως, η αναλυτική βιογραφία του αμερικανού προέδρου. Στόχος του συγγραφέα είναι να σκιαγραφήσει τον πρόεδρο Τζόνσον στην πολιτική διαδρομή του, και δεν παρεκκλίνει από αυτό το στόχο. Ο ίδιος, στην εισαγωγή, περιγράφει με ακρίβεια αυτό το στόχο:



Αυτός είναι ο τέταρτος τόμος σε μια σειρά από έργα τα οποία αποκαλώ Τα Χρόνια του Λύντον Τζόνσον επειδή επιδιώκουν να περιγράψουν όχι μόνο τη ζωή του αλλά και την εποχή του: την εποχή κατα οποία αποκαλώ Τα Χρόνια του Λα αι παραi;arkoia t Power
khauser, t instances surpass the 100% level and reach 120%. etax hikesτά την οποία έζησε, αναρριχήθηκε στην προεδρία και τελικά αποσύρθηκε από την πολιτική – με άλλα λόγια, επιδιώκουν να περιγράψουν την Αμερική των μέσων του 20ού αιώνα. Ειδικότερα, [το έργο αυτό] επιδιώκει να επικεντρωθεί και να εξετάσει μια συγκεριμένη και καθοριστική παράμετρο αυτής της εποχής – την πολιτική εξουσία. Να μελετήσει, μέσα από τη ζωή του πρωταγωνιστή, την απόκτηση και τη χρήση διαφορετικών μορφών εξουσίας κατά τη διάρκεια μισού αιώνα αμερικανικής ιστορίας και να ιχνηλατήσει τις θεμελιώδεις πραγματικότητες της εξουσίας αυτής. Να μάθει τι βρίσκεται, κάτω από τις παγίδες της εξουσίας, στο επίκεντρο της [πολιτικής] ισχύος.


Ο Κάρο αντιλαμβάνεται το έργο του όχι ως κλασική απόπειρα βιογραφίας, αλλά επιδιώκει να ανατάμει την πολιτική εξουσία και το πώς αυτή επηρεάζει τόσο εκείνους που την κατέχουν όσο και τους απλούς πολίτες.
Όταν ο Κάρο ξεκινούσε τον πρώτο τόμο της βιογραφίας (The Path to Power) εκτιμούσε ότι θα κάλυπτε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Τζόνσον σε λίγα μόλις κεφάλαια. Έπειτα, όμως, ερχόμενος σε επαφή με αρκετούς από τους φίλους και συμφοιτητές του Τζόνσον, ανακάλυψε πλευρές του χαρακτήρα του την οποία κανείς μέχρι τότε δεν είχε επιδιώξει ή καταφέρει να περιγράψει με επάρκεια. Επιπλέον, επέλεξε να συμπεριλάβει στο βιβλίο μια σύντομη βιογραφία του μέντορα του Τζόνσον στο Κονγκρέσο, Σαμ Ρέιμπερν. Τέλος, ανέπτυξε ένα κεφάλαιο της ζωής του Τζόνσον που λίγοι γνώριζαν έως τότε: τη συνεισφορά του, ως νέου βουλευτή, στον εξηλεκτρισμό της Hill Country.
Το ίδιο επαναλήφθηκε και στον δεύτερο τόμο του έργου. Ο Κάρο πίστευε ότι η αμφιλεγόμενη εκλογή του Τζόνσον ως γερουσιαστή το 1948 θα καταλάμβανε μόνο ένα κεφάλαιο στο επόμενο βιβλίο του, το οποίο θα αφορούσε τη συνολικότερη παρουσία του Τζόνσον στη Γερουσία. Εν τέλει, αποτέλεσε ένα βιβλίο από μόνη της (The Means of Ascent). Το βιβλίο για την ανέλιξη του Τζόνσον στη θέση του αρχηγού της πλειοψηφίας στη Γερουσία αποτελεί τον τρίτο τόμο του έργου (The Master of the Senate). Ο τόμος αυτός αρχίζει με μια –όχι και τόσο σύντομη– ιστορία της Γερουσίας, επειδή ο Κάρο –ορθώς– έκρινε πως ο αναγνώστης έπρεπε πρώτα να καταλάβει τα θεσμικά και τα ιστορικά χαρακτηριστικά της Γερουσίας σε βάθος, ώστε να μπορέσει να αντιληφθεί το εύρος της επιρροής και το μέγεθος της κοινοβουλευτικής εξουσίας του Τζόνσον.
Στον τέταρτο τόμο, ο Κάρο υπολόγιζε ότι η αντιπροεδρία και η μετάβαση στην προεδρία θα καταλάμβαναν λίγα αρχικά κεφάλαια. Στην τελική του μορφή, ο τέταρτος τόμος περιέχει εκτενείς βιογραφικές αναφορές στον Τζον και τον Ρόμπερτ Κέννεντυ και στη φύση των συσχετισμών ανάμεσα στα δυο αδέλφια και τον Λύντον Τζόνσον, καθώς και στο δισταγμό του να είναι υποψήφιος στους προκριματικούς για την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος το 1960, φοβούμενος μια ενδεχόμενη ήττα.  Το βιβλίο περιλαμβάνει τα περιστατικά γύρω από την αποδοχή της υποψηφιότητάς του για την αντιπροεδρία και, βεβαίως, τα της ανόδου του στην προεδρία έπειτα από την τραγωδία στο Ντάλλας.
Ο Λύντον Τζόνσον καθιερώθηκε ως «δευτερεύουσα» φιγούρα της αμερικανικής πολιτικής αφήγησης. Η βασική μορφή που δέσποσε εκείνη την εποχή, τα πρώτα χρόνια του 1960, ήταν –και συνεχίζει να είναι– ο Τζον Φ. Κέννεντυ. Αυτού οι «χειρουργικοί» χειρισμοί οδήγησαν στην επιτυχή κατάληξη της πυραυλικής κρίσης της Κούβας, αυτός ενέπνευσε και συνεχίζει να εμπνέει γενιές Αμερικανών με τις μεστές σε νοήματα ομιλίες του. Ο Τζόνσον θεωρείται από πολλούς μια ετεροπροσδιοριζόμενη ιστορικά φιγούρα – είναι αυτός που διαδέχεται τον Κέννεντυ στις 23 Νοεμβρίου 1963 έπειτα από τη δολοφονία του στο Ντάλλας, είναι εκείνος που χρεώνεται τους θλιβερούς χειρισμούς της αμερικανικής κυβέρνησης στο Βιετνάμ και, βεβαίως, εκείνος που επέλεξε να μη διεκδικήσει μια δεύτερη θητεία, το 1968, για να οδηγήσει τελικά στην εκλογή του –ακόμα πιο αμφιλεγόμενου– Ρίτσαρντ Νίξον.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και η κυρίαρχη αντίφαση της ιστορίας. Στις περίπου χίλιες ημέρες της προεδρίας του, ο Κέννεντυ δεν είχε να παρουσίασει καμία ουσιαστική παρέμβαση στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Αντίθετα, ήταν ο Τζόνσον εκείνος ο οποίος κατάφερε να σχεδιάσει και να εκτελέσει τα κρατικά προγράμματα πρόνοιας της «Μεγάλης Κοινωνίας», τη σημαντικότερη κρατική παρέμβαση από την εποχή του New Deal και του Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Και επίσης, ήταν ο Τζόνσον αυτός ο οποίος πέρασε τα σημαντικότερα νομοσχέδια για τα ατομικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Ο πολύ λιγότερο χαρισματικός από τον Κέννεντυ Τεξανός, ήξερε πολύ καλά τι χρειαζόταν για να περάσει ένας νόμος από τις ατραπούς της Γερουσίας – ήξερε δηλαδή πώς να γίνει αποτελεσματικός.
Το πιο σημαντικό, όμως, κομμάτι του τέταρτου τόμου είναι η περιγραφή της αριστοτεχνικής μετάβασης του Τζόνσον στην προεδρία. Ήταν μια διαχείριση κρίσης που, κατά τον Κάρο, κράτησε επτά εβδομάδες, από τις 22 Νοεμβρίου 1963 ώς τις 8 Ιανουαρίου 1964, όπου ο Τζόνσον πραγματοποίησε την ετήσια προεδρική ομιλία στο Κονγκρέσο. Κατά τη διάρκεια εκείνων των επτά εβδομάδων, ο Τζόνσον δεν έκανε –κυριολεκτικά– ούτε ένα λάθος. Κατάφερε να κρατήσει τους περισσότερους συμβούλους του Κέννεντυ στον Λευκό Οίκο παρότι δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα τον νέο πρόεδρο, βρήκε το μηχανισμό για να ψηφίσει έναν αναθεωρημένο προϋπολογισμό –αφού ο παλιός είχε «κολλήσει» για διάφορους λόγους στη Γερουσία–, πέρασε ένα εκτενές νομοσχέδιο για τα ατομικά δικαιώματα διαψεύδοντας το σκεπτικισμό των προοδευτικών απέναντι στο πρόσωπό του και, ταυτόχρονα, έκανε ένα βαθιά πληγωμένο και σοκαρισμένο έθνος να αισθανθεί αμέσως ασφαλές με αυτόν στο τιμόνι.  Οι κινήσεις του Τζόνσον αυτές τις επτά εβδομάδες, ειδικά η στρατηγική του κατά την ψήφιση του νόμου για τα ατομικά δικαιώματα, θα έπρεπε να διδάσκονται σε σχολές διακυβέρνησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που, ενώ το πρώτο μισό του βιβλίου καλύπτει μια πενταετία (1958-1963), το δεύτερο μισό αφιερώνεται σε εκείνες τις επτά εβδομάδες, ώς τις 8 Ιανουαρίου του 1964. Κατά τη γνώμη μου, οι 300 αυτές σελίδες είναι ίσως το καλύτερο εγχειρίδιο διαχείρισης κρίσεων για επίδοξους πολιτικούς.



ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Τo Passage of Power είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο – σαφώς η πληρέστερη και πιο καλογραμμένη βιογραφία που έχω διαβάσει. Την ώρα που τυπώνονται αυτές οι γραμμές, έχω ήδη βυθιστεί στο Master of the Senate – το βιβλίο που ο παλιός μου καθηγητής μου είχε προτείνει, αυτό το οποίο θεωρείται μάλλον το καλύτερο της σειράς. Ταυτόχρονα, έχω ήδη παραγγείλει και τα άλλα τρία έργα του Ρόμπερτ Κάρο, τα οποία σίγουρα θα μελετήσω όταν βρεθεί χρόνος.  Σε κάθε περίπτωση, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, αυτό το οποίο συγκράτησα πιο πολύ από το Passage of Power δεν είναι τόσο η προσωπικότητα του Τζόνσον όσο ο ίδιος ο Κάρο – πώς επιλέγει να δώσει «χειρουργικά» μαθήματα ηγεσίας στον αναγνώστη, χρησιμοποιώντας τη ζωή του Τζόνσον ως υπόδειγμα, καθώς και το περιεχόμενο και τη φύση καθαυτών των μαθημάτων.
Κάτι ακόμα. Επειδή τα βιβλία που διαβάζουμε έχει νόημα να μας χρησιμεύουν πρακτικά στη ζωή μας,  με αφορμή τη βιογραφία του Λύντον Τζόνσον δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή από έναν ηγέτη με μερικά από τα βασικά του χαρακτηριστικά. Όχι τόσο κάποιον ο οποίος θα ενέπνεε με την ποιότητα της παρουσίας του, αλλά κάποιον ο οποίος θα καθησύχαζε με το βάρος της προσωπικότητάς του. Όχι ένα ακόμα όμορφο πρόσωπο το οποίο θα ξυπνούσε τα συναισθηματικά μας αντανακλαστικά, αλλά μια στιβαρή προσωπικότητα που θα περιστοιχιζόταν από τα καλύτερα μυαλά της εποχής μας. Ενα άτομο που δεν θα δίσταζε να λερώσει τα χέρια του προσπαθώντας να χαλιναγωγήσει την προβληματική μηχανή που λέγεται ελληνικό κράτος. Κάποιον ο οποίος, όπως και ο Τζόνσον, θα αντιλαμβανόταν την εξουσία ως μια ευκαιρία να αποκαλύψει ποιος πραγματικά είναι πίσω από την αναπόφευκτη μάσκα των πολιτικών συσχετισμών – και που θα χρησιμοποιούσε το ισχυρότερο πολιτειακό αξίωμα της χώρας όχι ως ένα ακόμα σπουδαίο προνόμιο αλλά ως μια αδιαπραγμάτευτη ευκαιρία να αφήσει το προσωπικό του στίγμα στη σύγχρονή ιστορία μας. 

1 comment:

  1. Καλησπέρα,
    Γνωρίζεις αν υπάρχει τρόπος να αγοράσει κανείς τα βιβλία από ελλάδα ή το amazon είναι η μόνη λύση;

    ReplyDelete