Wednesday, June 15, 2011

Τις Πταίει;

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω πρόσωπα σκυθρωπά, προβληματισμένα, αγανακτισμένα. Τα αδιέξοδα μεγαλώνουν ημέρα με την ημέρα ενώ η κρίση δείχνει να παγιώνεται. Τα ατομικά προβλήματα συσσωρεύονται και πολλοί αναμένουν τις επερχόμενες εκρήξεις, καθώς οι ατομικές συμπεριφορές έχουν σχεδόν πάντοτε και συλλογικές συνέπειες.

Σύμφωνα με την προχτεσινή δημοσκόπηση της Public Issue, το 88% του πληθυσμού τάσσεται με τους αγανακτισμένους. Πράγματι, όσο αναγκαίο και αν τον θεωρήσει κανείς, είναι δύσκολο να χειροκροτήσει τον όποιο μηχανισμό συρρίκνωσης των εισοδημάτων του - είτε αυτός ο μηχανισμός λέγεται μνημόνιο είτε κάτι άλλο. Ο Άπτον Σινκλαίρ έγραψε: "είναι δύσκολο να κάνεις έναν άνθρωπο να καταλάβει κάτι, όταν ο μισθός του εξαρτάται ακριβώς από το να μην το καταλαβαίνει". Και είχε δίκιο.



Οι αγανακτισμένοι αρχίζουν να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική εξίσωση, αλλά δεν παύουν να δρούν ως ένα σωρευτικό εργαλείο αποτύπωσης ατομικών αγωνιών, πεποιθήσεων και ελπίδων, του οποίου η συνισταμένη δεν έχει ακόμα διαφανεί - πέρα από την όποια άρνηση της προβληματικής μας πραγματικότητας. Η άρνηση της πραγματικότητας δεν λέει τίποτα, αν δεν καταλήγει σε μια εναλλακτική πραγματοποιήσημη πρόταση. Το συλλογικό του εγχειρήματος των αγανακτισμένων, στην παρούσα φάση, μπορεί να εστιαστεί στο άθροισμα, όχι στο γινόμενο - και αυτό επειδή είναι αδύνατο να αναπτύξεις συγκροτημένη πολιτική πρόταση χωρίς να διαμορφώσεις τόσο τους απαραίτητους θεσμούς-κανόνες του παιχνιδιού, οι οποίοι και θα αποτυπώσουν συνισταμένες προτάσεις, όσο και τον οργανωτικό βραχίωνα ο οποίος θα είναι σε θέση να τις εκτελέσει. Για να χρησιμοποιήσω έναν ιστορικό παραλληλισμό, οι αγανακτισμένοι ΔΕΝ είναι ο στρατιωτικός σύνδεσμος του 1909 - γιατί δεν υπάρχει ουτε η συγκεκριμένη πρόταση (π.χ. προεδρικό σύστημα, βουλή μονοεδρικών κοκ), ούτε και ο μηχανισμός επιβολής της μαζί με κάποιες ηγετικές φιγούρες. 

Η αγανάκτηση είναι ορθή, ωστόσο.  Παρά το ότι είμαι οπαδός της αυτοκριτικής και θεωρώ ότι δεν έχουν ακόμα δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες εθνικής αυτογνωσίας, τα μέτρα είναι δυσβάστακτα και δεν εντάσσονται σε ένα επαρκές πλαίσιο επικοινωνίας της αναγκαιότητάς τους στον πολίτη (πάντα σε σχέση με τις ρεαλιστικές εναλλακτικές στη δεδομένη χρονική στιγμή). Ταυτόχρονα, αποτυπώνεται τόσο η ανεπαρκής νομιμοποίηση του πολιτικού προσωπικού για να τα λάβει -- όσο και η απουσία  ενός νέου "εθνικού" οράματος, το οποίο θα παράσχει την απαραίτητη νοηματοδότηση, για να ανταποκριθούν οι έλληνες στις δυσβάστακτες δυσκολίες που βιώνουν χωρίς να μπούν στην ατομική κατάθλιψη και στο συλλογικό "όχι" το οποίο αυτή συνεπάγεται.

Οι συλλογικότητες δεν διαμορφώνουν απαντήσεις. Οι συλλογικότητες προκρίνουν εναλλακτικές. Πιο εύκολα συντάσσεις τον κόσμο γύρω από ένα έρωτημα - ενώ πιο δύσκολα θέτεις το ποιό είναι το σωστό ερώτημα. Σημασία, άρα, δεν έχουν τόσο οι απαντήσεις, όσο το ποιές είναι οι σωστές ερωτήσεις. Το πρώτο βήμα για να δοθούν οι όποιες λύσεις, οι όποιες απαντήσεις, είναι ο καλός ορισμός του προβλήματος - ή αλλιώς, το σωστό ερώτημα.


Το σωστό ερώτημα, στη δική μας περίπτωση, δεν είναι άλλο από αυτό που κάποτε έθεσε ο Χαρίλαος Τρικούπης, σε ένα πρωτοσέλιδο άρθρο της εποχής του.



Τις Πταίει;

Εκτίμησή μου είναι ότι για να δοθεί μια επαρκής απάντηση, το πρώτο βήμα είναι να το να αποτυπώσουμε όλες τις διαστάσεις του προβλήματος. Το Ελληνικό πρόβλημα δύναται να αναλυθεί σε τρία επίπεδα. 
 
1) Το Οικονομικό Πρόβλημα
2) Το Πολιτικό Πρόβλημα
3) Το Κοινωνικό Πρόβλημα

Ο Γόρδιος Δεσμός της Οικονομίας

Τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας ήταν πάντα εκεί, απλώς τα είχαμε τοποθετήσει κάτω από το χαλί, στα πλαίσια της προβληματικής Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας:
  • Διαρκές έλλειμμα προϋπολογισμού και έλλειμμα στο ισοζύγιο συναλλαγών (μαζί, αυτό τα "δίδυμα ελλείμματα"). 
  • Συσσωρευμενο χρέος σε ασταθή επίπεδα. 
  • Άκριτος δανεισμός με κυριάρχο στόχο την κατανάλωση και την επανεκλογή του πολιτικού προσωπικού. 
  • Υπερτροφικό κράτος που δρούσε ως μηχανισμός διαμόρφωσης εκλογικής πελατείας, μέσω της επαγγελματικής αποκατάστασης ενδεχόμενων ψηφοφόρων. 
  • Χαμηλή διάθεση για μεταρρυθμίσεις, με ιδιαίτερη την τάση του πολιτικού προσωπικού να ενδίδει στις συντεχνιακές απαιτήσεις της εκάστοτε μειοψηφίας. 
  • Χαμηλό επίπεδο εξαγωγών. 
  • Προβληματική γραφειοκρατία, ως απότοκος του μεγέθους του κράτους. 
  • Βυζαντινό νομικό σύστημα, χαμηλής αποτελεσματικότητας. 

Κυρίαρχο πρόβλημα:
  • Ένας τόσο κρατικοδίαιτος όσο και αρρύθμιστος (καρτέλ) ιδιωτικός τομέας ο οποίος μαζί με το υπέρογκο μέγεθος ενός μη παραγωγικού κράτους και τις χαμηλές εξαγωγές οδήγησε σε χαμηλούς μισθούς, σε μη παραγωγικές θέσεις εργασίας και σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο τιμών. 
Στα χρόνια προβλήματα ήρθε να προστεθεί η ατυχής διαχείριση της μετά-ΟΝΕ εποχής. Τα επιτόκια δανεισμού ήταν πλέον χαμηλά και μπορούσαμε εφεξής να δανειζόμαστε με τους ίδιους περίπου όρους με το γερμανικό κράτος. Τι κάναμε με αυτά τα χρήματα; Τα διοχετεύσαμε σε επενδύσεις; Ή αυξήσαμε ακόμα περισσότερο ένα τεχνητό επίπεδο ζωής - αυτό που σήμερα ξεφουσκώνει; Η Ελλάδα ήδη ακροβατούσε όταν εισήλθε στην ΟΝΕ -- απλώς, η ατυχής διαχείριση των τελευταίων ετών σε συνδιασμό με τα διεθνή οικονομικά δεδομένα, έφεραν το σημερινό κράχ.

Το κεντρικό οικονομικό ερώτημα παράμένει: είναι το πολιτικό μείγμα του μνημονίου ορθό; Προσωπικά, δεν αισθάνομαι πως είναι. Κάποια κομμάτια - π.χ. άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, μείωση περιττών κρατικών δαπανών - είναι ορθότατα, έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί εδώ και χρόνια. Η μακροοικονομική του λογική ωστόσο είναι αδιέξοδη - αυξάνει το χρέος, βαθαίνει την ύφεση και πολλά από τα επιμέρους μέτρα φαίνονται όχι και τόσο καλά επεξεργασμένα. Θα ήθελα να δω χαμηλότερους φόρους και μεγαλύτερη μείωση στις κρατικές δαπάνες - το ελληνικό κράτος έχει πραγματικά πολύ ακόμα "λιπος" να κάψει - αλλά είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Υπάρχει κάποια άλλη ρεαλιστική εναλλακτική αυτή τη στιγμή; 

Κάποια πολιτικά ερωτήματα

Ένα κάποιο μνημόνιο ήταν αναγκαιο. Ο διάβολος, όμως, κρύβεται στις λεπτομέρειες: ήταν αυτό το καλύτερο δυνατό μνημόνιο το οποίο μπορούσε να είχε προκύψει; Ταυτόχρονα, είναι το υπάρχον πολιτικό προσωπικό το πλέον κατάλληλο για να διαπραγματευτεί, να επικοινωνήσει και να εκτελέσει ένα μνημόνιο; Είναι ο κρατικός μηχανισμός επαρκής; Είναι τα επιμέρους μέτρα αναγκαία - ή αποτελούν εξατομικευμένες επιλογές του οικονομικού επιτελείου; Έχουν γίνει τα απαραίτητα βήματα πάταξης της διαφθοράς στη δημόσια ζωή και το πολιτικό σύστημα;

Στο βαθμό ότι αυτά τα ερωτήματα είναι πλέον καθημερινά, διαφαίνεται το πολιτικό μας πρόβλημα - και αυτό δεν είναι άλλο από τη ραγδαία μειούμενη νομιμοποίηση θεσμών, προσώπων και δομών της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.



Στο Μιτεράν αποδίδεται η πασίγνωστη ρήση ότι "η πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων". Σε επίπεδο άντλησης συμβολικού κεφαλαίου, το πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει. Τα προνόμια των βουλευτών κρατάνε καλά - και όλα φαίνεται να τίθενται υπό μεταρρύθμιση εκτός από τον κεντρικό ασθενή: το πολιτικό σύστημα καθαυτό. Ταυτόχρονα, το πληθωριστικό πολιτικό λεξιλόγιο της μεταπολίτευσης, με τις ψεύτικες υποσχέσεις, την ξύλινη γλώσσα, τον κακώς νοούμενο "αριστερισμό" των διαρκώς κεκτημένων δικαιωμάτων παραμένει κυρίαρχο, παρά τα δεδομένα της κρίσης.

Ακόμη και σήμερα, μεγάλο κομμάτι του πολιτικού κόσμου ζεί τη δική του αφήγηση, μη αναγνωρίζοντας ότι τα δεδομένα άλλαξαν. Στο Ελληνικό παράδειγμα του 2011, ο Άτλι δεν έβαλε πλάτη στον Τσώρτσιλ, γιατί δεν είχαμε αντίστοιχη πολιτική κουλτούρα - ούτε και αντίστοιχα κόμματα. Η θεσμική κοινωνική παράσταση και το κοινοβουλευτικό προσωπικό που έμείς, οι πολίτες, επιλέξαμε, δεν είναι στο ύψος των περιστάσεων. Συνολικότερα, οι πολιτικές, οι δημοσιογραφικές, οι ακαδημαϊκές και οι επιχειρηματικές ελίτ της χώρας δεν είναι συμβατές με τα κρίσιμα δεδομένα - και αντί για κομμάτι της λύσης, συνιστούν κομμάτι του προβλήματος.

Διαχρονικά, η Ελλάδα ζει μέσα από τις εξαιρέσεις της - όχι μέσα από τους κανόνες,  όχι μέσα από τους θεσμούς. Οταν η εμπιστοσύνη καταρρέει, χρειάζεσαι αλλαγή και ανανέωση. Ανανέωση στα πρόσωπα, αλλαγή στις πρακτικές - και πιθανώς μια καταλυτική θεσμική πρωτοβούλία, για να επισφραγίσει αυτή τη νέα σελίδα.

Η Κόλαση Είναι οι Άλλοι

Υπάρχει όμως και ένα κοινωνικό πρόβλημα - και αυτό δεν είναι άλλο από την αντανάκλαση στον καθρέφτη. 

Πέρα από το οικονομικό σύστημα, πίσω από το πολιτικό πρόβλημα, βρίσκεται το λεγόμενο "Κοινωνικό Κεφάλαιο". Σα λαός, σαν κράτος, χαρακτηριζόμαστε από την απουσία κοινωνικής εμπιστοσύνης. Οι θεσμικές υποδομές του Ελληνικού κράτους αποτυπώνουν μια λογική "φόβου" του κράτους, μια κουλτούρα έλλειψης εμπιστοσύνης απέναντι στον Άλλο, μια συμπεριφορά ενδιάμεσου, ραντιέρη, αυτού που έχει μόνο δικαιώματα - και όχι υποχρεώσεις. 

Βιώνουμε τη θεσμική έκπτωση, ναι, αλλά πίσω από αυτήν κρυβόμαστε Εμείς. Πέρα από τα όποια καρτέλ, τις υψηλές τιμές διαμόρφωσε η καταναλωτική μας ματαιοδοξία. Το ακριβό αγαθό έλεγε κάτι για εμάς - για την προσωπικότητά μας, για το Eίναι μας, για το ρόλο μας στην κοινωνία. Άν κάτι ήταν φτηνό, δεν ήταν κατάλληλο. Αν κάτι το είχε ο Άλλος, έπρεπε να το αποκτήσουμε και Εμείς. Η χώρα με τον πιο ακριβό καφέ στην Ευρώπη έγινε πραγματικότητα, παρά τους μισθούς των 700 ευρώ, επειδή πάνω από όλα Εμείς δεν αφήσαμε τον ανταγωνισμό να δουλέψει - δεν τιμωρήσαμε την αισχροκέρδεια, δεν επιβραβεύσαμε την ποιότητα. Δανειστήκαμε - ατομικά και εθνικά - και αφήσαμε τα αγαθά μας να μιλήσουν για εμάς - ακόμη χειρότερα, αφήσαμε το κοστος των αγαθών μας να ορίσει και την υποκειμενική τους αξία. 

Πίσω από την εύκολη κατανάλωση υπάρχουν οι ανεύθυνες επιλογές. Αυτές που ορίζουν να ψηφίζεις ένα κόμμα επειδή το ψήφιζε ο πατέρας σου ή επειδή περιμένεις ανταπόδοση από κάποιον βουλευτή. Ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με ένα όνειρο μονιμότητας, "αποκατάστασης", βολέματος. Αντί της σκληρής εργασίας το πρότυπο ήταν η αρπαχτή - το γρήγορο κέρδος - και πάνω από όλα, το κεκτημένο δικαίωμα του να "κάνεις ένα δωράκι στον εαυτό σου".

Ωστόσο υπάρχει και η άλλη πλευρά της αφήγησης. Όταν δεν εμπιστεύεσαι το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους, όταν αισθάνεσαι αβεβαιότητα για τον όποιο εκβιασμό μπορεί να βιώσεις από κρατικό υπάλληλο ενώ κάνεις σωστά τη δουλεία σου, είναι μονόδρομος να αναζητάς μια "πλάγια" σχέση με το κράτος, για να υπερκεράσεις το πρόβλημα. Όταν είσαι καθηγητής και αναζητάς τρόπους να συμπληρώσεις το εισόδημά σου, ναι, θα κάνεις ιδιαίτερα χωρίς να δώσεις απόδειξη. Όταν μετά βίας τα βγάζεις πέρα με το μισθό σου, ναι, δεν θα ζητήσεις απόδειξη από τον τεχνικό που σε επισκέπτεται. Όταν βλέπεις ότι οι φόροι σου πάνε σε ένα υπερτροφικό δημόσιο το οποίο σου δημιουργεί εξίσου πολλά προβλήματα με όσα σου λύνει, τότε, ναι, δεν έχεις την αγωνία να πληρώσεις αυτό που σου αντιστοιχεί. Όταν βλέπεις δημόσια πρόσωπα να πλουτίζουν εύκολα και άκριτα, τότε, ναι, θέλεις να πλουτίσεις και εσύ. Γιατί όχι;

Θεσμοί και άτομα. Άτομα και θεσμοί. Δεν θα αλλάξει μόνο η μια μεριά της εξίσωσης χωρίς να αλλάξει και η άλλη.

Αντί Επιλόγου

Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, συντελείται μια κοσμογονία. Ένας παλαιός κόσμος πεθαίνει, πολλοί κόσμοι κυοφορούνται. Ένας, εν τέλει, θα γεννηθεί. Είτε για το καλύτερο, είτε για το χειρότερο.

Η οικονομική "διόρθωση" θα γίνει - ή με εμάς, ή χωρίς εμάς. Ή με την "εσωτερική" υποτίμηση ενός κάποιου μνημονίου και της ευρωζώνης ή την "εξωτερική" υποτίμηση της δραχμής. Μπορεί να αρνούμαστε την πραγματικότητα, φανταζόμενοι ότι κάποιος από μηχανής θεός θα έρθει να μας σώσει. Όμως αυτό δεν είναι πιθανό. 

Αν προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τα αιτήματα, να ακούσουμε το πρόταγμα του πλήθους, συναντάμε δυο αντίστροφα φαινόμενα:

α) "Χρειάζεται ηγεσία" θέλει η μια αφήγηση. Τεχνοκράτες, άνθρωποι που δεν είναι "πολιτικοί", άτομα που δίνουν λύσεις στα "αντικειμενικά" προβλήματα, όχι κάποιοι που θέλουν απλώς να εκλεγούν.

β) "Ας πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας" θέλει η άλλη, ταυτόχρονη αφήγηση. Ενώ ζητάμε λύσεις, ταυτόχρονα δεν εμπιστευόμαστε κάνέναν να μας τις επιβάλλει. Όλοι έχουν συμφέροντα, κανείς δεν είναι κατάλληλος. Η λύση είμαστε εμείς.

Τα δυο αυτά μηνύματα μοιάζουν αντιφατικά. Δεν είναι. Το πολιτικό σύστημα δείχνει να έχει καταρρεύσει - και ο κόσμος αναζητά λύσεις που θα το προσπεράσουν, τόσο στο οικονομικό σκέλος (με τεχνοκράτες, "ανθρώπους που δίνουν λύση στο πρόβλημα") όσο και στην ίδια την κοινωνία, ως ασυνείδητη αντίδραση στο ένοχο παρελθόν μας ("παρεμβαίνω εγώ ο ίδιος στον τόπο μου"). 

Το πολιτικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν προσπερνάται τόσο εύκολα. Τα εύκολα όχι πρέπει να γίνουν δύσκολα ναι. Αν ο πολίτης διαφωνεί με κάποιο κόμμα, ο δρόμος είναι απλός: να το καταψηφίσει. Αν, όμως, ο πολίτης διαφωνεί συνολικά με το πολιτικό παιχνίδι, τότε ο δρόμος είναι άλλος: να ορίσει νέους κανόνες του παιχνιδίου.

Η λύση είμαστε, πράγματι, εμείς...

2 comments:

  1. Κυριάκο, το κουράζεις χωρίς λόγο. Η απάντηση στο τις πταίει είναι σαφέστατη: ο Αντρέας.

    Αυτός που έπεισε ένα μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού οτι μπορεί να ζει με ψέμματα, σε βάρος των υπολοίπων. Δεν έχει σημασία αν το μέρος αυτό του λαού (οι πελἀτες) ήξερε οτι ζει με ψέμματα. Το σίγουρο είναι πως ο Αντρέας το ήξερε.

    Ο Γιωργάκης αν και συμπαθέστατος, εν τέλει δικαιώνει το Μητσοτάκη 20 χρόνια μετά: "Καλό παιδί ο Γιωργάκης, αλλά δεν κάνει για την πολιτική."

    Αν έκανε, θα έβρισκε τα κότσια να πει στους πελάτες του πατέρα του την αλήθεια. Αλλά δυστυχώς δεν τα έχει.

    ReplyDelete
  2. Ο Μπρέχτ έγραψε αλλοίμονο στις χώρες που χρειάζονται ήρωες -- το ίδιο ισχύει και για τους αποδιοπομπαίους τράγους. Προφάνως ο ΑΓΠ έχει σημαντικές ευθύνες. Αλλά η απόδοση της συνολικής ευθύνης στο πρόσωπό του συνιστά εξαιρετικά μεγάλη απλούστευση, που αναιρεί κοινωνικές δυναμικές, ξεχνά όλη την ελληνική ιστορία πρίν τον ΑΓΠ, καθώς και την οικονομική διαχείριση μετά από αυτόν.

    ReplyDelete