Monday, December 15, 2014

Σταθερότητα, όχι στασιμότητα


Πλησιάζει η ημέρα της τρίτης ψηφοφορίας για την εκλογή του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας στις 29 Δεκεμβρίου, κατά την οποία θα κριθεί τελεσίδικα το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες με βάση την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία.

Στο πρόσωπο του κ. Δήμα συναντάμε μια σοβαρή υποψηφιότητα από το χώρο της κεντροδεξιάς. Στο βιογραφικό του αντανακλάται τόσο το στοιχείο της μακροχρόνιας εμπειρίας με θετικό πρόσημο όσο και η πολιτική μετριοπάθεια που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος. Φυσικά, οι προδιαγραφές ενός «καλού» Προέδρου έχουν να κάνουν στην ολότητά τους με τη δυνατότητα της δημιουργικής αξιοποίησης του συμβολικού κύρους του ρόλου του, παρά με τις πραγματικές θεσμικές του εξουσίες. 

Κατά την εκκίνηση της κρίσης, υπήρξαν πολλές φωνές οι οποίες τόνιζαν πως θα πρέπει να αντιληφθούμε την κρίση σαν ευκαιρία. Η ρητορική αυτή δεν παραγνωρίζει το ότι η χώρα γονάτισε, πως πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν σε υπαρξιακά αδιέξοδα. Το να αντιληφθείς την κρίση σαν ευκαιρία όμως σημαίνει πως πρέπει κατ’ αρχήν να διαγνώσεις καλά τα προβλήματα της χώρας, να περάσεις από μια φάση επιπόλαιης ευμάρειας σε μια φάση όχι οργής αλλά εθνικής αυτογνωσίας. Σε αυτή τη βάση, η ουσιαστική συζήτηση που θα έπρεπε να είχε ανοίξει αυτή τη στιγμή θα ήταν αυτή των πραγματικών προβλημάτων της χώρας: των θεσμών, του παραγωγικού μοντέλου, της κοινωνικής συνοχής. Η συζήτηση αυτή άνοιξε μόνο ελλιπώς και σίγουρα αποσπασματικά. Και το παράθυρο της συνταγματικής αναθεώρησης – η οποία είναι εθνικά αναγκαία – θα χαθεί για το άμεσο μέλλον σε περίπτωση πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Οι θεσμοί πάσχουν. Το βλέπουμε, για παράδειγμα, στην υπόθεση Ρωμανού και ειδικά στο πως χρειάστηκε η συγκεκριμένη περίπτωση για να ανακαλυφθεί το νομικό κενό της έλλειψης εξ’αποστάσεως εκπαίδευσης για κρατουμένους, ενώ προβλεπόταν η διαδικασία της εισόδου τους σε τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αλλά αυτή δεν είναι παρά μια έκφανση του προβλήματος. Δεν είναι μόνο οι θεσμοί που πάσχουν, αλλά και οι νοοτροπίες. Οι πτέρυγες του ελληνικού κοινοβουλίου καταφέρνουν να συναινέσουν στο «βραχιολάκι» του κ. Ρωμανού αλλά όχι σε μια κοινή αντιμετώπιση του κυρίαρχου εθνικού θέματος. Στο επίπεδο της εθνικής συνεννόησης, η Ιρλανδία τα κατάφερε, η Πορτογαλία τα κατάφερε, η Κύπρος τα κατάφερε. Σε εμάς επικρατεί ακόμα ένας δημόσιος διάλογος όπου υποψήφιος Πρωθυπουργός αναπαράγει θεσμικά σκοτεινές σελίδες της Μεταπολίτευσης, αξιοποιώντας μια διαδικασία που θεωρητικά οφείλει να οδηγεί στη συναίνεση με μια ακριβώς αντίθετη λογική, δηλαδή για να αντλήσει εκβιαστικά κομματικά και πολιτικά πλεονεκτήματα, μέσα από μια παραταξιακή και όχι εθνική αξιολόγηση. Φυσικά, η εθνική αξιολόγηση βρίσκεται εκ των πραγμάτων εκτός τραπεζιού με δηλώσεις του τύπου «εμείς θα βαράμε το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν», νοητά μιμούμενος, όπως σημείωσε αρθρογράφος, το Βασιλιά Ξέρξη όταν επέλεξε να μαστιγώσει τον Ελλήσποντο επειδή εκεί κατεστράφη ο Περσικός στόλος όταν ξέσπασε καταιγίδα.

«Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα», θέλει η γνωστή σε όλους μας ρήση. Δυστυχώς στην οικονομία υπάρχουν. Πρέπει να γίνει κτήμα όλων μας πως το ότι η χώρα γονάτισε δε σημαίνει ότι καταστράφηκε. Στη χώρα επικράτησε μια «μίνιμουμ» σταθερότητα έπειτα από την απομάκρυνση της ΝΔ από την εφεύρεση και τη ρητορική του αντιμνημονίου και την προσχώρησή της στη μόνη διαθέσιμη εθνική στρατηγική. Προβλήματα και λάθη υπήρξαν πολλά, με πρώτη τη μεταρρυθμιστική αμφιθυμία, ιδιαίτερα στη φάση που η χώρα έχει ανάγκη τη μετάβασή της σε ένα νέο μοντέλο, ωστόσο η κυβερνητική σταθερότητα κατοχυρώθηκε, με μεγάλο κόστος ειδικά για το ΠΑΣΟΚ, που από το 2010 σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης.

Ωστόσο, κυβερνητική σταθερότητα δε σημαίνει και πολιτική σταθερότητα, η οποία είναι μια εθνική συνθήκη και αφορά και την αξιωματική αντιπολίτευση, ιδιαίτερα όταν αυτή φλερτάρει με την εξουσία. Είδαμε πως οι αυξήσεις στο χρηματιστηριακό δείκτη που σταθερά πραγματοποιήθηκαν από τα μέσα του 2012 μέχρι σήμερα, εξαλείφθηκαν κατά το ήμισι σε λίγες μόλις ημέρες. Η πολιτική σταθερότητα είναι αναγκαία για την ανασυγκρότηση της πατρίδας μας. Σε πρώτη φάση, ας την κατοχυρώσουμε, εκλέγοντας ένα νέο πρόεδρο. Και έπειτα ας βρούμε όλοι μέσα μας το σθένος να μην ερμηνεύσουμε τη σταθερότητα ως στασιμότητα και να προβούμε στο σύνολο των εθνικών εκείνων μεταρρυθμίσεων που επιτέλους θα πρέπει να προωθήσουμε στον τόπο.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ"

Wednesday, November 19, 2014

Τι Χρειάζεται να Αλλάξουμε



Η μακροοικονομική σταθεροποίηση και η τελική ρύθμιση του χρέους είναι αναγκαίες συνθήκες επανεκκίνησης της πατρίδας μας. Όμως δεν είναι από μόνες τους και ικανές. Τα μεγάλα προβλήματα της χώρας μας συνεχίζουν να βρίσκονται στο «υπόστρωμα» της μάκρο-οικονομίας – και πρέπει να απαντήσουμε στα ερωτήματα που γεννούν άμεσα. Για την ακρίβεια, έχουμε καθυστερήσει.
                                                                                             
Μια πρώτη κατηγορία προβλημάτων αφορά το παραγωγικό μας μοντέλο, δηλαδή το σε ποιούς τομείς στοχεύουμε ως κράτος για την ανάπτυξη της οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Για παράδειγμα, πως θα πρέπει να επανοριοθετήσουμε το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων; Τι φορολογικά και άλλα κίνητρα θα πρέπει να δώσουμε για την ανάπτυξη συγκεκριμένων κλάδων; Θα πρέπει να αναπτύξουμε υφιστάμενους κλάδους ή να στοχεύσουμε σε εξ’ ολοκλήρου νέους; Ποιά θα πρέπει να είναι η βέλτιστη διοχέτευση των κονδυλίων του νέου ΕΣΠΑ;

Μια δεύτερη κατηγορία αφορά τους θεσμούς – δηλαδή το πολιτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη, την κρατική μηχανή. Η μείωση της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας, η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η εισαγωγή ενός νέου και σταθερού εκλογικού νόμου και η γενικότερη αλλαγή της αρχιτεκτονικής και των τριών εξουσιών θα πρέπει να αποτελέσουν άμεσες προτεραιότητες, οι οποίες θα εξειδικευτούν με συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε καλά ορισμένα χρονοδιαγράμματα – και, ενδεχομένως, θα πρέπει να συνοδευτούν από μια καταλυτική συνταγματική πρωτοβουλία.
                                                
Για τις δύο παραπάνω κατηγορίες ο διάλογος έχει ανοίξει, αλλά αποσπασματικά. Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία ζητημάτων, για την οποία ελάχιστα έχουμε συζητήσει, αυτή της κοινωνικής συνοχής, ή, όπως θέλει η ορολογία της πολιτικής επιστήμης, του λεγόμενου «κοινωνικού κεφαλαίου», δηλαδή των σχέσεων εμπιστοσύνης σε μια κοινωνία. Μαζί με τους θεσμούς, το κοινωνικό κεφάλαιο είναι ο καλύτερος δείκτης μακροπρόθεσμης ευημερίας μιας χώρας. Δεν υπάρχει, φυσικά, κάποιος απόλυτα αξιόπιστος τρόπος μέτρησης αυτού του μεγέθους. Ωστόσο, εκτιμάται ότι η συμμετοχή σε εθελοντικές πρωτοβουλίες ή ακόμα και τα αυξημένα ποσοστά αιμοδοσίας στον πληθυσμό δρούν θετικά – όπως φυσικά και η τόνωση του κοινωνικού κράτους με στοχευμένες παρεμβάσεις. Προγράμματα όπως η «Μεγάλη Κοινωνία» που εφαρμόζεται στη Μ.Βρετανία ή ιδέες όπως αυτές που παράγει το γραφείο κοινωνικής καινοτομίας της κυβέρνησης Ομπάμα θα πρέπει να μελετηθούν στο Ελληνικό πλαίσιο, δεδομένου ότι είμαστε οι απόλυτοι ουραγοί στο κοινωνικό κεφάλαιο στην Ε.Ε.

Ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να διαμορφώσουμε τις προτάσεις σε αυτές τις τρείς μεγάλες κατηγορίες θεμάτων - παραγωγικό μοντέλο, θεσμοί, κοινωνικό κεφάλαιο – δε θα πρέπει να δίνει υπερβολική έμφαση στην αντιγραφή ξένων μοντέλων, διότι μια τέτοια διαδικασία θυμίζει αρκετά αυτήν της μεταμόσχευσης, όπου η συμβατότητα του μοσχεύματος με τον δέκτη δεν είναι εξ’ορισμού κατοχυρωμένη. Αντίθετα, προτεραιότητά μας θα πρέπει να είναι το να αναδείξουμε τα καλά παραδείγματα της πατρίδας μας και να τα «μεγαλώσουμε». Να χτίσουμε π.χ. επάνω στο παράδειγμα των ΚΕΠ και της Διαύγειας για τη μείωση της γραφειοκρατίας, να αναδείξουμε τις εκατοντάδες εθελοντικές πρωτοβουλίες ελλήνων πολιτών που αναδείχθηκαν μέσα στην κρίση, να μελετήσουμε τα κρατικά προγράμματα που λειτούργησαν αποτελεσματικά – όπως π.χ. τα ταμεία καινοτομίας του Jeremie για τις μικρές επιχειρήσεις πληροφορικής.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ζητούμενο, εκεί κρύβεται και η απάντηση στο αν η Ελλάδα θα έχει μέλλον ως τόπος.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Τα Νέα" 

Saturday, November 1, 2014

Κοινωνικό Κράτος: Ώρα Μηδέν


“Κάθε ευτυχισμένη οικογένεια είναι απλώς ευτυχισμένη. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο”. Οι πρώτες φράσεις της “Αννα Καρένινα” περιγράφουν την άποψη αρκετών πολιτικών  ότι τα κράτη τους χαρακτηρίζονται από εγχώριες ιδιαιτερότητες σε ότι αφορά την ανάδειξη και αντιμετώπιση των προβλημάτων τους. Ωστόσο, η αφήγηση περί ιδιαιτεροτήτων έχει όρια, τα οποία καθορίζονται από το παγκόσμιο πλαίσιο στο οποίο καλούμαστε να λειτουργήσουμε ως κράτη.  Η άνοδος της Ανατολής σε σχέση με τη Δύση, η διάχυση στοιχείων της κρατικής κυριαρχίας στον ιδιωτικό τομέα και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, η ταχύτητα της τεχνολογικής καινοτομίας, η άνοδος των διασυνοριακών προβλημάτων όπως η παγκόσμια κλιματική αλλαγή, τα δομικά χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας – τα φαινόμενα αυτά επιδρούν σε όλα τα κράτη, φυσικά με ασύμμετρο τρόπο.

Το πρόσφατο βιβλίο του Τομά Πικετύ “Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα” αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης βιβλιογραφίας η οποία προσπαθεί να ιχνηλατήσει το πως η παγκόσμια άνοδος των ανισοτήτων και η υπερσυσσώρευση πλούτου στην κορυφή έχει δράσει διαστρεβλωτικά τόσο για την κατοχύρωση της κοινωνικής συνοχής όσο και για την υγιή λειτουργία της οικονομίας. Το κεντρικό επιχείρημα του Πικετύ είναι πως όσο οι αποδόσεις του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου παραμένουν υψηλότερες του μέσου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, η κατάσταση θα επιβαρύνεται διαρκώς για τη μεσαία τάξη.

Το πλαίσιο αυτό υπονομεύει με χαρακτηριστικό τρόπο τα στοιχεία εκείνα τα οποία αναδεικνύουν τις διαφορές ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά. Το κοινωνικό κράτος, για παράδειγμα, λυδία λίθος της Σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας, δύναται να υπάρχει ως μηχανισμός κοινωνικής συνοχής και πάταξης των ανισοτήτων, εφόσον μπορεί να χρηματοδοτηθεί. Η αυξανόμενη κινητικότητα κεφαλαίων, ωστόσο, δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία φορολόγησης του πλούτου. Οι ενδοομιλικές συναλλαγές, η ύπαρξη φορολογικών παραδείσων και ο φορολογικός ανταγωνισμός συμπιέζουν την ευχέρεια των κυβερνήσεων να φορολογήσουν τους “έχοντες”, αναγκάζοντάς τις να εστιάσουν παραπάνω στη φορολόγηση του κόσμου της εργασίας. Αυτό, με τη σειρά του, αναγκαστικά ωθεί στη μείωση της κοινωνικής δαπάνης και σε πιο στοχευμένη κοινωνική πολιτική για τους συγκριτικά μη προνομιούχους. Σε αυτό το φαινόμενο έρχεται να προστεθεί η δημογραφική κάμψη, η οποία είναι καταλυτική σε όλο το δυτικό κόσμο και ειδικά στη χώρα μας, η οποία περαιτέρω συρρικνώνει τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Ο φαύλος αυτός κύκλος, πέρα από την αρνητική κοινωνικοοικονομική του επίδραση, συνολικά οδηγεί στη χαμηλότερη εκλογική διεισδυτικότητα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, απομονώνοντάς τα ακόμα και από κοινωνικά στρώματα που υπήρξαν παραδοσιακοί τους υποστηρικτές, οι οποίοι στρέφονται ολοένα και περισσότερο στα άκρα ή επιλεγουν την αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες
                                                                                                             
Συνεπώς, για να επιστρέψουμε στο εθνικό μας πλαίσιο, μπορεί το ΠΑΣΟΚ να έχει υποστεί μια ακραία κάμψη των ποσοστών του, ωστόσο τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα παρουσιάζουν κακή εικόνα σε όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο. Το κραταιό γερμανικό SPD, από κόμμα του 40% μετετράπη σε κόμμα του 25%, ενώ ο Πρόεδρος Ολάντ φαίνεται πως δύσκολα θα βρίσκεται στο δεύτερο γύρο της επόμενης προεδρικής εκλογής στη Γαλλία. Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι δομικό και όχι απλά θέμα συγκυρίας, προσώπων και συμβολικών φορτίσεων.

Το πρώτο βήμα για να λύσεις ένα πρόβλημα είναι το να αποδεχτείς την ύπαρξή του. Μπορεί το αξιακό πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας να είναι σταθερό – έμφαση στην πάταξη των ανιστοτήτων και την κοινωνική συνοχή – αλλά πολλές από τις πολιτικές που υπήρξαν μέσα εκπλήρωσης αυτών των αξιών στο οικονομικό πεδίο έχουν καταστεί πολύ απλά μη εφαρμόσιμες. Είναι επίκαιρη όσο ποτέ η διαμόρφωση και ανάδειξη μιάς πολιτικής ατζέντας η οποία θα είναι διττή: αφ’ενός θα διεκδικήσει αλλαγή της οικονομικής αρχιτεκτονικής σε παγκόσμιο και πανευρωπαϊκό επίπεδο σε ότι αφορά τη ρυθμιστική πολιτική και την κινητικότητα του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου - η οποία θα καταστήσει ενδεχομένως κάποιες από τις «παλιές» σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές εφαρμόσιμες εκ νέου - και αφ’ετέρου θα προωθήσει «έξυπνες» πολιτικές στο εθνικό πλαίσιο, οι οποίες θα στοχεύσουν στην πάταξη των ανισοτήτων με καινοτόμους τρόπους. Εκεί είναι που θα πρέπει να στοχεύσει η συζήτηση για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς στη χώρα μας και όχι απλά στην επανασυσπείρωση και την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού του χώρου.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ.

Friday, October 24, 2014

Ρίσκα και Αγορές



Δεν είναι λίγοι όσοι προεξοφλούν μια στροφή 180 μοιρών από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση νίκης του κόμματος σε προσεχείς εκλογές. Το ίδιο ακριβώς επεδίωξε να κάνει και ο σημερινός Πρωθυπουργός κ. Σαμαράς παρά την αρχική εφεύρεση του αντι-μνημονίου το 2010. Ο κ. Σαμαράς αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι για να μπορέσει να ασκήσει την εξουσία που διεκδικούσε σε περίπτωση νίκης του, θα έπρεπε να σημάνει ένα «σινιάλο» στους εταίρους μας αλλά και στους διεθνείς επενδυτές ότι το πρόγραμμα που εφαρμοζόταν στην Ελλάδα θα συνεχιζόταν απαρέγγλιτα από τον ίδιο παρά τη μέχρι τότε δημόσια ρητορική του. Ο τίτλος αυτής της οβιδιακής μεταμόρφωσης δεν ήταν άλλος από το «ουδείς αναμάρτητος» που ως Πρωθυπουργός πια, ο κ. Σαμαράς φέρεται να είπε στη Γερμανίδα Καγκελάριο κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή του στο Βερολίνο, ενώ το περιεχόμενο του σινιάλου δεν ήταν άλλο από τη συμφωνία για σχηματισμό κυβέρνησης υπό το Λουκά Παπαδήμο και την υπερψήφιση στο κοινοβούλιο του δευτέρου μνημονίου.
                                                                                    
Ξεχνάμε, ωστόσο, πολύ συχνά το πολιτικό κόστος που είχε αυτή η προεκλογική μεταστροφή της ΝΔ. Κατά την ψηφοφορία του δεύτερου μνημονίου στο κοινοβούλιο, η ΝΔ  έχασε 21 βουλευτές, από μια κοινοβουλευτική ομάδα που εκείνη τη στιγμή αριθμούσε 83, δηλαδή περίπου το 25% της δύναμής της. Εδώ βρίσκεται και μια από τις βασικές πηγές ενδεχόμενου πολιτικού ρίσκου σε περίπτωση μιας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ: με δεδομένο ότι μια αντίστοιχη ενέργεια με αυτή της ΝΔ δε φαίνεται ότι θα συμβεί προεκλογικά, θα ακολουθήσει το σύνολο μιας ενδεχόμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ μια στροφή στο ρεαλισμό; Ή μήπως η πληθώρα τάσεων και προσεγγίσεων του κόμματος θα κοστίσει σημαντικά στην αναγκαία πολιτική σταθερότητα;

Το δεύτερο στοιχείο ρίσκου έχει να κάνει με την ίδια τη φύση των αγορών. Οι αγορές ομολόγων βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε προσέγγισης της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας και καθώς έχουμε ανάγκες δανεισμού, ένα κομμάτι της κυριαρχίας μας ως κράτη το μοιραζόμαστε de facto μαζί τους. «Θα ήθελα να μετεμψυχωθώ σε αγορά ομολόγων, μπορείς να τρομοκρατήσεις τον οποιονδήποτε», είχε δηλώσει ο «στρατηγός» του Κλίντον, Τζέιμς Κάρβιλ, το 1993, όταν η Κυβέρνηση Κλίντον δεν μπόρεσε να εφαρμόσει την προεκλογική της υπόσχεση για μείωση της φορολογίας στη μέση τάξη λόγω φόβου υποβάθμισης των Αμερικανικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης.

Η δημόσια προσέγγιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί της μη αποδοχής της όποιας διαπραγμάτευσης προτίθεται να κάνει η σημερινή κυβέρνηση για τη μείωση της αξίας του χρέους, είναι το χειρότερο δυνατό μήνυμα που μπορεί να σταλεί στους θεσμικούς μας εταίρους. Κάτι τέτοιο έχει προφανή επίπτωση στις αγορές όσο το ενδεχόμενο εκλογής ενός κόμματος που υιοθετεί αυτή τη ρητορική καθίσταται πιθανό. Μια τέτοια στάση μερικώς επεξηγεί το γιατί οι εταίροι μας και οι αγορές δεν δύνανται να εμπιστευτούν την Ελλάδα χωρίς ένα - έστω «διακριτικό» - πρόγραμμα προσαρμογής. Το ζήτημα όμως είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, πέρα από το ότι ζημιώνεται η προοπτική της χώρας στο ορατό χρονικό διάστημα, επί της ουσίας υπονομεύεται και η δυνατότητα της όποιας αντιπολίτευσης να ασκήσει τα καθήκοντά της με επάρκεια σε περίπτωση εκλογής της, διότι το χάσμα υποσχέσεων και πραγματικότητας θα είναι υπερβολικά μεγάλο για να καλυφθεί. Η κλασσική μεταπολιτευτική συνταγή της «δομικής αντιπολίτευσης» δεν είναι δυνατό να επαναληφθεί ενώ μια πολυεπίπεδη οικονομική κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη, τουλάχιστον όχι χωρίς συνέπειες.
                                                                            
Χωρίς ειλικρίνια και εθνική συνεννόηση δε θα υπάρξει ούτε έξοδος από τα προγράμματα σταθερότητας και σκληρής επιτήρησης ούτε μια βιώσιμη λύση σε ένα πρόβλημα το οποίο υπερβαίνει όλους εμάς και τις εξατομικευμένες μας φιλοδοξίες. Εδώ και καιρό, βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή εκείνη που πρέπει να σκεφτούμε και να δράσουμε εθνικά – ούτε κομματικά, ούτε προσωπικά. Μπορούμε;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Τα Νέα" στις 24/10/2014

Sunday, August 24, 2014

Το Ζητούμενο της Εθνικής Κυριαρχίας



Το φετινό δημοψήφισμα για την παραμονή της Σκωτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, το (ενδεχόμενο) μελλοντικό δημοψήφισμα για την παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στις χώρες της Ευρωζώνης: τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέματα των τελευταίων ετών φαίνεται να έχουν το ζήτημα της Εθνικής Κυριαρχίας – του τι είναι η κυριαρχία, του πως χάνεται, του πως δυνητικά ανακτάται - στον πυρήνα τους.
                                                                    
Αποτελεί γεγονός πως η Ελλάδα έχασε ένα μέρος της Εθνικής της Κυριαρχίας. Πότε όμως συνέβη αυτό; Με την υπογραφή του Μνημονίου το 2010; Με την είσοδο της χώρας στο Ευρώ το 2002, ή και ακόμα πιο πριν, στην ΕΟΚ το 1981; Υπάρχουν διακριτές σχολές σκέψης – τόσο πολιτικές όσο και ακαδημαϊκές – από αυτούς που πιστεύουν πως ακόμα και η υπογραφή μιας συμφωνίας όπως το Μνημόνιο δεν επιδρά στην κυριαρχία ενός κράτους, διότι σε τελική ανάλυση το κράτος οικειοθελώς επιλέγει να συμμετάσχει, μέχρι εκείνους που ισχυρίζονται πως η το να μιλάμε για κυρίαρχα κράτη σε καθεστώς παγκοσμιοποίησης συνιστά υποκρισία.

Στην καθημερινή τους λειτουργία τα κράτη διαπραγματεύονται και διαμορφώνουν “θεματικές” συμφωνίες οι οποίες συχνά εκχωρούν κομμάτι της εθνικής τους αυτονομίας σε ότι αφορά τη λήψη των αποφάσεων, για να αποκομίσουν οφέλη – οικονομικά, πολιτικά, στρατηγικά – τα οποία μπορούν να επιδράσουν θετικά σε άλλες διαστάσεις της κυριαρχίας τους.  Η συμμετοχή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν κλασσικά παραδείγματα.

Οι κρίσεις χρέους, μέσα από τους όρους που οι δανειστές επιβάλλουν στους δανειζόμενους, αποτελούν ίσως το καλύτερα καταγεγραμένο παράδειγμα παραβιάσεων κυριαρχίας έξω από τη σφαίρα των εμπόλεμων καταστάσεων. Η ουσία όμως αυτών των κρίσεων – ανάμεσά τους και της Ελληνικής – είναι ότι δεν είναι καθαυτά τα προγράμματα διάσωσης και οι κατά βάση δυσχερείς τους συνθήκες που οδηγούν σε απώλεια κυριαρχίας, αλλά το αίτιο το οποίο οδηγεί στα προγράμματα, δηλαδή η αδυναμία ανατροφοδότησης του χρέους στις αγορές ομολόγων.  Αν μια χώρα φτάσει στο σημείο να χρειαστεί ένα πρόγραμμα διάσωσης,  αυτό πάει να πεί πως η χώρα ήδη βρίσκεται σε καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας και πως το πρόγραμμα αποτελεί τη μόνη διαθέσιμη οδό για να την ανακτήσει.

Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει πως τα προγράμματα διάσωσης έχουν πάντοτε σχεδιαστεί σωστά. Αντίθετα, ο ιδεολογικός δογματισμός της ηγεσίας του ΔΝΤ υπήρξε συχνά εξίσου – αν όχι και περισσότερο - υπεύθυνος για την εξέλιξη συγκεκριμένων κρίσεων, όπως π.χ. στην περίπτωση της Ασιατικής κρίσης στο τέλος της δεκαετίας του ‘90.  Στη δική μας περίπτωση, ωστόσο, το βασικό πρόβλημα είχε να κάνει περισσότερο με το μέγεθος της δανειακής σύμβασης και όχι τόσο με τον «ιδεολογικό συντελεστή»: ένα πρόγραμμα το οποίο θα είχε σχεδιαστεί για μεγαλύτερη διάρκεια και το οποίο θα ξεκινούσε από τις μεταρρυθμίσεις και όχι από τις περικοπές, θα είχε πετύχει το στόχο της σταθεροποίησης χωρίς να φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση με τα μυθικά ποσοστά ανεργίας και τη σωρευτική ύφεση που ξεπέρασε το 25% του ΑΕΠ. Αυτό όμως θα απαιτούσε και μεγαλύτερη διάθεση ποσών, η οποία θα έπρεπε να εγκριθεί από τα εθνικά κοινοβούλια των εταίρων μας – κάτι το οποίο δεν ήταν πολιτικά εφικτό. Αυτό είχε ως συνέπεια να εστιάσουμε υπερβολικά στη μακροοικονομική σταθεροποίηση, ενδεχομένως και εις βάρος του πραγματικού προβλήματος της χώρας που παραμένει η δομή του παραγωγικού της μοντέλου.
                                                                                                             
Η συνάντηση με την Τρόικα στο Παρίσι στις αρχές Σεπτεμβρίου αποτελεί ένα βήμα προς την κατεύθυνση ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας, όχι μόνο σε συμβολικό, αλλά κυρίως σε θεσμικό επίπεδο. Η τρόικα είναι ένα θεσμικό υβρίδιο το οποίο δεν προβλέπεται από τις συνθήκες. Η προσέγγιση της Ιρλανδίας, η οποία επιδιώκει να αποπληρώσει πρώτα το δάνειο προς το ΔΝΤ είναι πρός της σωστή κατεύθυνση και θα πρέπει να επιδιωχθεί και από την Ελληνική κυβέρνηση. Χωρίς την παρουσία του ΔΝΤ δεν υπάρχει Τρόικα παρά μόνο οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι – εμπλουτισμένοι μετά την κρίση – κανόνες διακυβέρνησης και εποπτείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη συνάντηση αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει μια μεγάλη πολιτική διαπραγμάτευση η οποία μέσα από παραμετρικές αλλαγές στα επιτόκια και στους χρόνους αποπληρωμής θα κατοχυρώσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Η βιωσιμότητα του χρέους είναι αναγκαία συνθήκη για την ανασυγκρότηση της χώρας μας. Δεν είναι όμως από μόνη της και ικανή. Ένα εθνικό πακέτο μεταρρυθμίσεων το οποίο θα οδηγήσει τη χώρα σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο παραμένει το κεντρικό ζητούμενο.
                                      
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Οικονομολόγος και μέλος του Π.Σ. του ΠΑΣΟΚ.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Τα Νέα"

Friday, January 31, 2014

Το Στοίχημα για τους Ανέργους


Ας αναλογιστούμε τι συνέβη από την ημέρα που η Ελλάδα εισήλθε στο ευρώ ώς την εκδήλωση της κρίσης: τα επιτόκια δανεισμού κατέρρευσαν, δημιουργήθηκε φούσκα στις κατασκευές, οι εμπορεύσιμοι κλάδοι συρρικνώθηκαν σε σχέση με τους μη εμπορεύσιμους, οι εγχώριες τιμές εκτοξεύτηκαν, η παραγωγικότητα απομειώθηκε, οι μέσες απολαβές αυξήθηκαν αναντίστοιχα. Ως συνέπεια, οδηγηθήκαμε σε εκτόξευση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και η χώρα βρέθηκε σε μη παραγωγικό φαύλο κύκλο, ο οποίος, όταν συνδυάστηκε με το μεγάλο χρέος και τα ελλείμματα του 2008-2009, δημιούργησε ένα τοξικό κοκτέιλ με τελική κατάληξη τον μηχανισμό στήριξης και τον διεθνή οικονομικό έλεγχο.
Σήμερα, η Ελλάδα φαίνεται να έχει επιλύσει, με μεγάλο κοινωνικό κόστος, δυο από τα τρία προβλήματα που θεωρήθηκαν υπεύθυνα για την κρίση. Εχουμε πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό και ένα ιστορικού χαρακτήρα πλεόνασμα στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας. Ταυτόχρονα, τα spreads των ελληνικών ομολόγων πέφτουν, το Χρηματιστήριο έχει ανεβεί, ενώ η συζήτηση για το χρέος φαίνεται επίσης ότι θα λάβει χώρα μέσα στο 2014 και ότι θα υπάρξει θετική εξέλιξη. Παρ' όλα αυτά το - ρητορικού χαρακτήρα - ερώτημα παραμένει: λύθηκε το πρόβλημα;

Θα μπορούσε, φυσικά, να ισχυριστεί κανείς ότι η ελληνική κρίση δεν ήταν αμειγώς ελληνική, αλλά κρίση της αρχιτεκτονικής του κοινού νομίσματος. Η προσέγγιση αυτή έχει βάση. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν συγκράτησαν την Ελλάδα όσο βρισκόταν σε αυτό το σπιράλ της προδιαγεγραμμένης κατάρρευσης. Δεν υπήρχε, δηλαδή, το πλαίσιο που θα εμπόδιζε τη δημιουργία των "δίδυμων" ελλειμμάτων. Επίσης, σε κρίση εισήλθαν όλες οι οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, με άλλη αφορμή, φυσικά, η καθεμιά. Ωστόσο η καταγραφή αυτή παραγνωρίζει μια πραγματικότητα: ότι η σωρευτική ύφεση στα άλλα κράτη δεν ξεπέρασε το 10% - με την Πορτογαλία, π.χ., να βγαίνει σήμερα στις αγορές - ενώ στη χώρα μας η ύφεση υπερέβη το 25%, αριθμό αντίστοιχο με αυτόν του Μεγάλου Κραχ του 1929 στις ΗΠΑ. Σχεδιαστικά λάθη προφανώς υπήρξαν, ιδιαίτερα στη δημοσιονομική λογική του προγράμματος, αλλά αυτό κατά βάση αντανακλούσε την έλλειψη πολιτικής βούλησης για υψηλότερα δάνεια, τα οποία θα επέτρεπαν χρονική επέκταση του προγράμματος, που με τη σειρά της θα επέτρεπε ουσιαστικότερες μεταρρυθμίσεις και θα μετατόπιζε τη λιτότητα στο μέλλον. Η ιστορία της Κύπρου είναι διαφωτιστική για το αν υπήρχε δυνατότητα για καλύτερο διαπραγματευτικό αποτέλεσμα. Εξίσου διαφωτιστική είναι η αυξανόμενη άρνηση των πλουσιότερων κρατιδίων (λέντερ) της Γερμανικής Ομοσπονδίας, όπως η Βαυαρία και η Εσση, να χρηματοδοτούν στα σημερινά επίπεδα τους συγκριτικά αδύναμους συμπατριώτες τους, όπως το Βερολίνο.

Το αυτονόητο μεγάλο στοίχημα για τη σημερινή και για τις επόμενες κυβερνήσεις είναι η επανένταξη στην αγορά εργασίας περίπου ενάμισι εκατομμυρίου ανέργων, καθώς και όλων των μελλοντικών αποφοίτων της Δευτεροβάθμιας και της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Πόσο πιθανό είναι αυτό να συμβεί γρήγορα και αποτελεσματικά, δεδομένου ότι τα χρόνια της ταχείας ανάπτυξης της Ελλάδας τις περασμένες δυο δεκαετίες κατορθώναμε να καλύπτουμε 30 έως 50 χιλιάδες θέσεις εργασίας τον χρόνο; Επίσης, πόσο δυνατό είναι να επαναληφθούν ρυθμοί ανάπτυξης της τάξης του 4%-5% σε μια Ευρώπη με συγκρατημένη νομισματική πολιτική και ασφυκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον για το σύνολο της ευρωζώνης; Και επιπλέον, σε μια πραγματικότητα όπου η δημογραφική γήρανση και η κινητικότητα κεφαλαίων περιορίζουν τη δυνατότητα αποτελεσματικής φορολόγησης στα υψηλά κλιμάκια, «αδυνατίζοντας» τις προοπτικές τόνωσης της ανάπτυξης με κρατικές δαπάνες.

Αρα, το δομικό μας πρόβλημα δεν ήταν τα ελλείμματα αλλά ό,τι τα δημιούργησε: οι προβληματικοί θεσμοί, οι αστοχίες ενός πολιτικού συστήματος το οποίο, στις περισσότερες περιπτώσεις, στόχευσε στις επόμενες εκλογές και όχι στις επόμενες δεκαετίες, αλλά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ένα προβληματικό εθνικό παραγωγικό μοντέλο. Ενα μοντέλο που κατέρρευσε το 2010, χωρίς να έχει ανορθωθεί στη θέση του καινούργιο, που θα βοηθούσε στη δημιουργία μιας εξωστρεφούς και ανταγωνιστικής οικονομίας, με στόχευση στις εξαγωγές, στις άμεσες ξένες επενδύσεις, στην καινοτομία.  
Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν αρκετές μελέτες, με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιδέες, με τελευταίες τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις του ΟΟΣΑ για την αγορά προϊόντος. Αλλά το πραγματικά μεγάλο στοίχημα αφορά τους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα: πολυνομία, καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, γραφειοκρατία, ανάγκη όχι απλά μεταρρύθμισης αλλά συνολικού ανασχεδιασμού του κράτους και, ενδεχομένως, μια καταλυτική θεσμική / συνταγματική πρωτοβουλία, με αλλαγή του εκλογικού νόμου αλλά και της αρχιτεκτονικής των τριών εξουσιών.

Αυτό είναι το μεγάλο μας στοίχημα.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης είναι πολιτικός επιστήμονας - οικονομολόγος, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠαΣοΚ

Thursday, September 5, 2013

Σοσιαλδημοκρατία: Αποτίμηση και Προοπτικές ενός Υποδείγματος

Ομιλία στο διήμερο Συνέδιο του ΙΣΤΑΜΕ 3-4 Σεπτεμβρίου 2013


Το θέμα αυτού του τραπεζιού είναι “Από την κρίση στην Ανασυγκρότηση” – και οι συνειρμοί αφορούν τόσο το μέλλον αυτής της χώρας όσο και εκείνο του ΠΑΣΟΚ και της κεντροαριστεράς συνολικότερα. Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ακουμπά μόνο τα πρόσωπα και τα σύμβολα – αλλά κατά βάση τη σπονδυλική στήλη ενός κόμματος – τη διακριτότητα της φυσιογνωμίας του και της προγραμματικής του πρότασης.

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι στο ΠΑΣΟΚ είναι έντονος ο προβληματισμός για το πως αυτό γίνεται να καταστήσει το στίγμα του διακριτό ενώ συμμετέχει σε μια κυβέρνηση μαζί με τον παραδοσιακό του πολιτικό αντίπαλο και με δεδομένες τις σκληρές δεσμεύσεις του προγράμματος προσαρμογής.

Αυτή η συζήτηση φέρνει κατα νού – τηρουμένων φυσικά των αναλογιών – τις Αγγλικές εκλογές του 1945.

Το 1940, στο πλαίσιο της προσπάθειας διάσωσης της Μ. Βρετανίας σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό το βαθιά Συντηρητικό Τσώρτσιλ. Αναπληρωτής του ανέλαβε ο ηγέτης των Εργατικών Άτλη, συμβολίζοντας τα εθνικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Τσώρτσιλ δικαιώθηκε σε όλα τα επίπεδα. Λίγους μήνες μετά τη λήξη του πολέμου, ωστόσο, τις εκλογές δεν κέρδισε ο πατέρας της νίκης Τσώρτσιλ αλλά ο Εργατικός Άτλη – και αυτό επειδή το διακύβευμα των εκλογών δεν ήταν το ποιός θα διαχειριστεί τον πόλεμο, αλλά το ποιός θα διαχειριστεί την ειρήνη. Εν τέλει, ήταν η πρόταση των Εργατικών για οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους που απεδείχθη πιο κοντά στις προτιμήσεις των Βρετανών ψηφοφόρων.

Το βασικό μάθημα είναι ότι η πολιτική οφείλει να είναι μια πρόταση για το μέλλον. Φυσικά και το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να επιδιώξει να κάνει το στίγμα του διακριτό μέσα από μια εντονότερη κοινωνική στόχευση, μέσα από την αποτελεσματικότητα των στελεχών του,με: ﷽﷽﷽﷽﷽﷽ο παραδεχτοre than othκσθολογικφεεροhe Deputy PM and his team on which ones they would like us to pursue more than oth μέσα από στοχευμένες παρεμβάσεις, ωστόσο το ακόμα σημαντικότερο είναι το “Μετά”.

Το “Μετά” αυτό για τον κεντροαριστερό χώρο περιπλέκεται. Η Σοσιαλδημοκρατία συνεχίζει να παρακολουθεί την Ευρωπαϊκή κρίση χρέους με ένα μίγμα οργής και αμηχανίας. Παρατηρούμε τη ρητορική των Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία να διαφέρει ελάχιστα από αυτήν της Καγκελαρίου Μέρκελ, ενώ ακόμα και η εκλογή μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης στη Γαλλία δεν άλλαξε απολύτως τίποτα στις ευρωπαϊκές ισορροπίες. 
                                                        
Οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ότι η “παραδοσιακή” Σοσιαλδημοκρατία έχει πια πεθάνει.
                                             
Ο θάνατος αυτός δεν αφορά τους βασικούς σκοπούς του Σοσιαλδημοκρατικού υποδείγματος – την πάταξη των ανισοτήτων και την κοινωνική συνοχή – οι οποίοι είναι αυξανόμενα επίκαιροι, αλλά την κατάρρευση της βιωσιμότητας των μέσων επίτευξης των σκοπών αυτών.

Οι λόγοι για αυτό είναι πολλοί. Ένας πρώτος είναι η δημογραφική κάμψη σε όλο το δυτικό κόσμο. Με μόλις 1,3 παιδιά ανά ζευγάρι στη χώρα μας είναι εξαιρετικά δύσκολο να συντηρήσεις ένα ανεδιανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα χωρίς αντίστοιχες αυξήσεις της παραγωγικότητας.  Ένας δεύτερος λόγος είναι η απορρύθμιση των αγορών κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, η προεκλογική εξαγγελία της κυβέρνησης Ολάντ στη Γαλλία για φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων με συντελεστή 75%, ναυάγησε εν τη γενέσει της. Ωστόσο, μόλις 60 χρόνια πρίν και όχι στην Ευρώπη αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συντηρητική Κυβέρνηση Αιζενχάουερ είχε θεσπίσει συντελεστές της τάξης του 90% στα υψηλότερα εισοδήματα για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό κράτος του Ρούζβελτ και του Νιού Ντήλ.  

Η λήξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου συνέπεσε με την υπέρβαση της μεγάλης ύφεσης. Οι προοδευτικές Κευνσιανές συνταγές σταθεροποίησης της οικονομίας αποφασίστηκαν σε ένα χωριό του Νιου Χαμσάιρ των ΗΠΑ εν ονόματι “Μπρέτον Γούντς”. Μέλος της Ελληνικής αντιπροσωπίας υπήρξε και ένας νεαρός οικονομολόγος με το όνομα Ανδρέας Παπανδρέου. Οι πολιτικές που αποφασίστηκαν εκεί αποτέλεσαν το νέο υπόδειγμα, ακόμα και για τους συντηρητικούς. Το υπόδειγμα αυτό οδήγησε σε περιορισμό της ανισότητας στο σύνολο του δυτικού κόσμου, σε πρωτοφανείς ρυθμούς ανάπτυξης, στη δημιουργία του σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

Ωστόσο από τη δεκαετία του ’70 και μετά, οι προοδευτικές αυτές ιδέες υποχώρησαν, εν μέρει διότι δεν εξελίχθηκαν επαρκώς για να απαντήσουν στα νέα προβλήματα που ανέκυψαν, όπως ο στασιμοπληθωρισμός. Η απορρύθμιση των αγορών και η πάταξη του πληθωρισμού κατά προτεραιότητα σε σχέση με την ανεργία έγιναν το νέο – νεοφιλελεύθερης υφής – δόγμα στην παγκόσμια οικονομία, αυτό το οποίο κόμισαν η Θάτσερ και ο Ρήγκαν. Και έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ότι ενώ στον κόσμο εκείνα τα χρόνια γινόταν μια νεοφιλελεύθερη επέλαση, σε χώρες όπως η Γαλλία με το Μιτεράν ή η Ελλάδα με τον Ανδρέα – θα μπορούσε κανείς να πει στον Ευρωπαϊκό Νότο συνολικότερα - επιχειρήθηκε μια σοσιαλιστική πολιτική κοινωνικής συνοχής – αλλά αυτή ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Μια εξαίρεση που εκδηλώθηκε ειδικά στη χώρα μας επειδή υπήρχε ένα δυσθεώρητο θεσμικό και κοινωνικό χάσμα το οποίο έπρεπε πάσει θυσία να καλυφθεί.
                                                                                                       
Ένα πρόσθετο παράγωγο της νέας ιδεολογικής ηγεμονίας ήταν η ελαχιστοποίηση των διαφοροποιήσεων της δεξιάς από την αριστερά στο οικονομικό επίπεδο. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεταξέλιξη του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία, το οποίο κατά την πρόσφατη διακυβέρνησή του κατοχύρωσε μια φάση σημαντικής ευημερίας και ανάπτυξης αλλά ταυτόχρονα άφησε ως παρακαταθήκη του και μια μεγάλη αύξηση της ανισότητας καθώς και την εμπέδωση του χρηματοοικονομικού τομέα ως βασικού πυλώνα της Βρετανικής οικονομίας.  Η Σοσιαλδημοκρατία πλειοδότησε σε κάποιες κινήσεις της έναντι των συντηρητικών όχι επειδή πρόδοσε τις ιδέες της, αλλά επειδή προσπαθούσε με κάθε διαθέσιμο μέσο να δημιουργεί θετικά μερίσματα και ανάπτυξη, ίσως και εις βάρος της ίδιας της της ταυτότητας.

Πολλοί πίστεψαν ότι η κρίση του 2008 θα έφερνε μια εκ νέου κίνηση του εκκρεμούς προς μια προοδευτική κατεύθυνση. Παρά το γεγονός ότι οι αρχικές κινήσεις, ιδιαίτερα από μεριάς των ΗΠΑ έδειχναν να το επιβεβαιώνουν, στην πορεία οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν. Δεν ήταν τόσο οι ΗΠΑ που τις διέψευσαν, ούτε η Ιαπωνία, όπου μια συντηρητική κυβέρνηση ακολούθησε την προοδευτικότερη νομισματική πολιτική στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Αντίθετα ήταν η διαχείριση της Ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, η οποία, αντί να φέρει στο προσκήνιο μια προοδευτική θεώρηση της αντιμετώπισης κρίσεων και να αποτελέσει ένα ακόμα βήμα Ευρωπαικής ολοκλήρωσης, χαρακτηρίστηκε από ένα μείγμα μονεταρισμού και εθνικισμού – με την έννοια ότι η Γερμανία αντιμετώπισε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει την κρίση μέσα από μια στενή θέαση του εθνικού της συμφέροντος.

Αυτές οι καταγραφές – αντί να οδηγήσουν σε παραίτηση ή σε εύκολες λύσεις - οφείλουν να οριοθετήσουν το ζητούμενο, το οποίο είναι η μετεξέλιξη του εν ευρεία εννοία “προοδευτικού χώρου”, όχι αξιακά αλλά λειτουργικά. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται η διαμόρφωση μιάς νέας πολιτικής πλατφόρμας για τη Σοσιαλδημοκρατία, τόσο εθνικής – και άρα συμβατής με την πολιτική οικονομία και τις κοινωνικές αναφορές της εκάστοτε χώρας - όσο και υπερ-εθνικής, στο βαθμό που κάθε χώρα δύναται να επηρεάσει τους διεθνείς συσχετισμούς.

Το μεγάλο ζήτημα είναι το διεθνές – και η όλη συζήτηση περί Σοσιαλδημοκρατίας σχετίζεται με εκείνη της εθνικής κυριαρχίας και της παγκοσμιοποίησης. Το τελευταίο διάστημα κυκλοφορούν πολλά βιβλία τα οποία αναδεικνύουν ένα διαρκώς αυξανόμενο πρόβλημα – την άνοδο των λεγόμενων «υπερπλουσίων». Δεν μιλάμε πλέον για κοινωνία των 2/3 – μιλάμε για ένα ανώτατο 1% των υπερπλουσίων το οποίο κατέχει τον ίδιο πλούτο με το κατώτατο 40% - και για μια αυξανόμενα συμπιεσμένη μεσαία τάξη.

Είναι πασιφανές ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι βιώσιμη. Αν δε δοθεί απάντηση στην πλήρη κινητικότητα κεφαλαίων με τρόπους που θα πετάξουν σκόνη στα γρανάζια του χρηματοοικονομικού συστήματος, με πρόταξη της πραγματικής οικονομίας έναντι των χρηματοοικονομικών εργαλείων, τότε στην πραγματικότητα θα είναι αυξανόμενα σαφές ότι θα μιλάμε για την ίδια πολιτική με ένα περισσότερο και ένα λιγότερο φιλελεύθερο πρόσωπο σε κοινωνικά θέματα – στις αμβλώσεις, στη θανατική ποινή κλπ. Χρειάζεται μια εκλογικευμένη έκδοση της παγκοσμιοποίησης – ένα νέο «Μπρέτον Γούντς» - και η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να συμμετάσχει σε αυτή τη συζήτηση από μόνη της. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ρόλος του επόμενου Ευρωκοινοβουλίου και της επόμενης Επιτροπής θα είναι κεντρικός – και ότι οφείλουμε να τον αναδείξουμε.
                                                                                                         
Παρ’ όλα αυτά οι διαφορές γίνεται να καταστούν σαφείς και στο υπάρχον πλαίσιο.

Οι διαφορές από τους συντηρητικούς στο κοινωνικό επίπεδο είναι πάντοτε ενεργές – για παράδειγμα στα ανθρώπινα δικαιώματα – και πρέπει να αναδειχτούν εκ νέου.  Επίσης: η ουσιαστική στήριξη του κοινωνικού κράτους (με παρεμβάσεις στοχευμένες στις αναδυόμενες ανισότητες – με δικαιοσύνη ευκαιριών περισσότερο από εξίσωση παροχών), ο εμπλουτισμός της κοινωνίας των πολιτών και του κοινωνικού κεφαλαίου (με προγράμματα αντίστοιχα με αυτά της “Μεγάλης Κοινωνίας” στη Μ.Βρετανία αλλά χωρίς διάθεση υποκατάστασης του κράτους πρόνοιας), η επανεφεύρεση του κράτους (με χρήση των νέων τεχνολογιών και με μείωση της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας – κατά το παράδειγμα των ΚΕΠ και της Διαύγειας στη χώρα μας), η ενεργή κρατική στήριξη της παιδείας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας (με πιο καλό παράδειγμα το Ισραήλ). Όλα αυτά προϋποθέτουν δημοσιονομική υγεία, σταθερό και ορθολογικό φορολογικό σύστημα που θα στηρίζει τον κόσμο της εργασίας και κράτος και θεσμούς που κάνουν σωστά τη δουλειά τους – δηλαδή υπηρετούν τη διαφάνεια, βοηθούν τον ανταγωνισμό, σπάνε τα καρτέλ και γενικότερα λειτουργούν. Και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο επιβράδυνσης της ανάπτυξης στη Δύση και αποδυνάμωσης των κρατικών  ιεραρχιών.

Μια ακόμα παρατήρηση: Τα κόμματα πέρα από τις ιδέες – τον προγραμματικό λόγο - αφορούν και τις πρακτικές. Χρειάζεται και αλλαγή πρακτικών. Υπάρχουν καλά παραδείγματα για το ΠΑΣΟΚ μέσα στην ίδια του τη μήτρα. Για παράδειγμα: έχει μεγάλη διαφορά να μιλάς διαρκώς για μεταρρυθμίσεις και να τις υιοθετείς ως βασική σου πολιτική ταυτότητα – και μεγάλη διαφορά να πραγματοποιείς μεταρρυθμίσεις όπως ο Αναστάσιος Πεπονής ή ο Σταύρος Μπένος που ακούσαμε χθές οι οποίοι χωρίς να διεκδικήσουν «μεταρρυθμιστικό μανδύα», άφησαν πίσω τους μεγάλο μεταρρυθμιστικό έργο – και σε μια εποχή χωρίς εξωτερική πίεση. Η στάση τους οφείλει να αποτελεί μάθημα για όλους μας.
                                                               
Κλείνοντας: όπως είδαμε χθές, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ασχολείται με αυτό το συνέδριο. Μπορεί πολλά σχόλια να μην είναι καλά – αλλά απότυπώνουν ότι ο χώρος αυτός δεν καταγράφεται στο 12% - είναι κάτι το πολύ μεγαλύτερο ακόμα και σήμερα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι παρά τη μεγάλη σημασία και την καινοτομία αυτού του συνεδρίου, το πραγματικό ζήτημα για το χώρο της κεντροαριστεράς είναι το να μπορέσει να εκφράσει εκ νέου την κοινωνική του βάση, μια κοινωνική βάση που άλλαξε πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια και που θα πρέπει να την επανεφεύρουμε.

Με δεδομένο το πλαίσιο το οποίο περιέγραψα και που οι περισσότεροι γνωρίζετε, ίσως αυτό να φαντάζει δύσκολο, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον – μπορεί πολλοί να μην είστε αισιόδοξοι. Όμως, ο Γκράμσι είχε γράψει ότι είναι απαισιόδοξος λόγω νόησης και αισόδοξος λόγω θέλησης. Η υπέρβαση είναι εφικτή, αρκεί να γίνουν οι σωστές κινήσεις, ενταγμένες στο κατάλληλο πλαίσιο, αρκεί να γίνουν άλματα μεγαλύτερα από τη φθορά.